Ένας χρόνος απλής αναλογικής στην Τοπική Αυτοδιοίκηση: Μια ψύχραιμη και συνολική αποτίμηση

*  Του Χρήστου Θεοδωρόπουλου

 

Μετά από έναν σχεδόν χρόνο συνεδριάσεων του Περιφερειακού Συμβουλίου Αττικής και πρακτικής εφαρμογής του Ν.4555/2018 («Κλεισθένης Ι»), μπορεί να γίνει μια ψύχραιμη και συνολική αποτίμηση της κυριότερης μεταρρύθμισης που αυτός επέφερε στην Τοπική Αυτοδιοίκηση της χώρας, της «απλής αναλογικής».

Μιας νομοθετικής πρωτοβουλίας, η οποία ευαγγελιζόταν τη δημιουργία κλίματος ευρύτερων συναινέσεων και συνεργασιών, στο όνομα της πιστότερης αποτύπωσης της λαϊκής ετυμηγορίας στην αντιπροσωπευτικότητα των συμμετεχουσών παρατάξεων εντός των Συμβουλίων του πρώτου και του δεύτερου βαθμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Ο πρόδρομος του «Κλεισθένη», Ν.3852/2010 («Καλλικράτης»), εξασφάλιζε στις πλειοψηφήσασες στις αντίστοιχες εκλογές παρατάξεις ευρύτατη πλειοψηφία εντός των Δημοτικών και Περιφερειακών Συμβουλίων, ανεξαρτήτως του ποσοστού που εκείνες είχαν λάβει στον πρώτο γύρο αυτών. Απότοκο αυτού ήταν η –επί της αρχής- εύρυθμη και ακώλυτη λειτουργία όλων των Οργάνων του αντίστοιχου Ο.Τ.Α., προεξαρχόντος, δε, του Δημοτικού ή Περιφερειακού Συμβουλίου, στο οποίο υπήρχαν a priori διαμορφωμένες οι απαραίτητες για τη λήψη των αποφάσεων πλειοψηφίες, κάτι που εξασφάλιζε –συνεκδοχικά- ένα minimum κυβερνησιμότητας των αντίστοιχων Δήμου ή Περιφέρειας.

Αυτό, εντούτοις, άλλαξε εκ βάθρων με τον «Κλεισθένη», η εφαρμογή του οποίου συνέπεσε με την ανάληψη των καθηκόντων από τις παρατάξεις που πλειοψήφησαν κατά τις αυτοδιοικητικές εκλογές της 26/5/2019 και της 2/6/2019. Έτσι, οι νέες Διοικήσεις των Δήμων και των Περιφερειών, οι οποίες –στη συντριπτική τους πλειοψηφία- δεν είχαν την απόλυτη πλειοψηφία των Συμβούλων, βρέθηκαν στην ανάγκη αναζήτησης ευρύτερων συναινέσεων, προκειμένου να δύνανται να περνάνε ακόμα και τις απλούστερες των αποφάσεων είτε από το Δημοτικό ή Περιφερειακό Συμβούλιο είτε από την Επιτροπή Ποιότητας Ζωής ή την Οικονομική Επιτροπή αντίστοιχα. Πέραν αυτού, οι Διοικήσεις των Ο.Τ.Α. που προέκυψαν το καλοκαίρι του 2019 και ανέλαβαν καθήκοντα τον περασμένο Σεπτέμβριο, βρέθηκαν «αντιμέτωπες» και με Κανονισμούς Λειτουργίας των Περιφερειακών ή Δημοτικών Συμβουλίων, οι οποίοι είχαν διαμορφωθεί επί τη βάσει του προηγούμενου νομοθετικού πλαισίου (Ν.3852/2010 – «Καλλικράτης») και –μοιραία- είχαν καταστεί παρωχημένοι, αντιφατικοί -σε πολλά σημεία τους- με το νέο νομοθετικό πλαίσιο (Ν.4555/2018 – «Κλεισθένης») και –σε κάθε περίπτωση- αναντίστοιχοι με τα νέα δεδομένα. Τούτο, δε, δεν μπόρεσε να αντιμετωπιστεί ούτε με τις επιγενόμενες, «βελτιωτικές» ως προς την κυβερνησιμότητα των Ο.Τ.Α., νομοθετικές πρωτοβουλίες που υλοποίησε η νέα Κυβέρνηση (κυρίως μέσω των Ν.4623/2019, 4625/2019, 4635/2019 και 4647/2019) και οι οποίες ισχυροποίησαν τις διοικούσες παρατάξεις Δήμων και Περιφερειών ως προς έτερα Όργανα και όχι τα έχοντα το «τεκμήριο» αρμοδιότητας τοιαύτα, ήτοι τα Δημοτικά και Περιφερειακά Συμβούλια.

Εντεύθεν απόρροια αυτού (και δοθέντος ότι οι αριθμητικές ισορροπίες είναι –στην πλειονότητα των περιπτώσεων-  οριακές και η εξασφάλιση της απαραίτητης για την υπερψήφιση οιουδήποτε θέματος απόλυτο ζητούμενο) είναι οι συνεδριάσεις των κορυφαίων βουλευόμενων οργάνων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ήτοι των Δημοτικών και Περιφερειακών Συμβουλίων, να καθίστανται δυσλειτουργικές και δυσκίνητες. Έτσι, φαινόμενα αποχωρήσεως παρατάξεων της αντιπολίτευσης σε θέματα που δεν επιθυμούν να συζητηθούν ή/και υπερψηφιστούν, με σκοπό την έλλειψη της απαιτούμενης κατά Νόμο και Κανονισμό απαρτίας, μη εξασφάλισης της –απαραίτητης για ζητήματα μείζονος ενδιαφέροντος, όπως ενδεικτικά οι αποφασιστικού χαρακτήρα Επιτροπές των Περιφερειών, κατ’ άρθρο 164 Ν.3852/2010- αυξημένης πλειοψηφίας, σύγκλησης του Συμβουλίου με πρωτοβουλία των παρατάξεων της αντιπολίτευσης, εντάξεως προς συζήτηση Εκτός Ημερησίας Διατάξεως πλειόνων (και δη άνευ σχετικού ποσοτικού περιορισμού) θεμάτων και Επερωτήσεων σε κάθε συνεδρίαση (η οποία καταλήγει σε βάρος αυτής της εκάστοτε Ημερήσιας Διάταξης) και πραγματοποίησης ανεξάντλητων συνεδριάσεων, αποτελούν –πλέον- «καθημερινότητα» στα Δημοτικά και Περιφερειακά Συμβούλια της χώρας, βάζοντας κεφαλαιώδη αναχώματα στην κυβερνησιμότητα των οικείων Ο.Τ.Α. και θέτοντας εκποδών την ίδια τη λειτουργία του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στο σημείο, δε, αυτό, αξίζει να επισημανθεί ότι –δυστυχώς- ο Νομοθέτης δεν αντιμετώπισε τις περισσότερες εκ των ανωτέρω αρρυθμίες όσον αφορά –τουλάχιστον- στα Περιφερειακά Συμβούλια της χώρας ούτε με τη λίαν πρόσφατη νομοθέτηση του Πρότυπου Κανονισμού Λειτουργίας (υπ’ αρ.42071/6.7.2020 Απόφαση Υπουργού Εσωτερικών – Φ.Ε.Κ.Β’ 2938/17.7.2020), ο οποίος –εν πολλοίς- αντιγράφει τον προγενέστερο τέτοιο.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι η «απλή αναλογική» ουδόλως συνέτεινε στην καλλιέργεια κλίματος ευρύτερων συναινέσεων και ουσιαστικών συνεργασιών, κατά –θεωρητικά- τη ratio του Ν.4555/2018, αποδεικνύεται αναντίρρητα από πλείστες όσες «ιστορίες αυτοδιοικητικής τρέλας», που μπορούν να διηγηθούν πάμπολλοι Δημοτικοί και Περιφερειακοί Σύμβουλοι ανά την Ελλάδα. Σταχυολογώντας –μεταξύ άλλων- αναφέρω την πρόσφατη απόπειρα του Περιφερειακού Συμβουλίου Αττικής, του μεγαλύτερου βουλευόμενου Οργάνου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης της χώρας, να εκδοθεί, με ομόθυμη διάθεση και ομόφωνη απόφαση του Σώματος, Ψήφισμα για την απαράδεκτη μετατροπή της «Αγιάς Σοφιάς» σε τζαμί από τον Τούρκο Πρόεδρο Ερντογάν, ήτοι για ένα θέμα εθνικού ενδιαφέροντος και υπεράνω μικροπολιτικών / μικροπαραταξιακών διενέξεων, η οποία κατέληξε σε οκτώ (8) διαφορετικές προτάσεις κατά την οικεία συνεδρίαση!

Εν κατακλείδι, το απόσταγμα ενός χρόνου εμπειρίας από την πρακτική εφαρμογή της «απλής αναλογικής» μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως: θεσπίστηκε με μικροπολιτικά κριτήρια και δημιούργησε σοβαρά προβλήματα κυβερνησιμότητας στους Ο.Τ.Α. Το αντίβαρο αυτών, ήτοι η –αναμφίβολα θεμιτή- πολυμορφία, πολυφωνία και πολυσυλλεκτικότητα των οικείων Συμβουλίων, δεν έχει εξελιχθεί -επί του παρόντος- στην πράξη σε εφαλτήριο ουσιαστικών συγκλίσεων και σε παραγωγή ενδιαφερουσών πολιτικών συνισταμένων και σε καμία περίπτωση δε δικαιώνει τον εμπνευστή της.

Το μόνο θετικό που αναμφίβολα κατέλιπε στην αυτοδιοικητική ζωή της χώρας είναι η –για πρώτη φορά και με πρωτοβουλία, μεταξύ άλλων, του γράφοντος- θέσπιση άτυπης, πλην στενής, συνεργασίας μεταξύ –τουλάχιστον- των Προέδρων των 13 Περιφερειακών Συμβουλίων της χώρας, ως απότοκο του ιδιαίτερα σύνθετου καθήκοντος συντονισμού και διεύθυνσης εξαιρετικά ετερόκλιτων και ετερόμορφων Σωμάτων, με το οποίο είμαστε επιφορτισμένοι.

 

* Ο Χρήστος Ι. Θεοδωρόπουλος είναι Δικηγόρος, LL.M., MΔΕ και πρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου Αττικής,