ΚΕΔΕ για στεγαστική αρωγή μετά από φυσικές καταστροφές: Ναι στις αρμοδιότητες των Δήμων, αλλά με προσωπικό και πόρους

Σαφείς όρους, επαρκή χρηματοδότηση και ουσιαστική ενίσχυση των δημοτικών υπηρεσιών ζητά η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας σε σχέση με το νέο πλαίσιο στεγαστικής αρωγής και κρατικής συνδρομής μετά από φυσικές καταστροφές, επισημαίνοντας ότι το υπό συζήτηση νομοσχέδιο αναθέτει στους Δήμους σημαντικές διοικητικές και επιχειρησιακές ευθύνες χωρίς να προβλέπει με αντίστοιχη σαφήνεια τους πόρους και το προσωπικό που απαιτούνται για την άσκησή τους.
Τις θέσεις της ΚΕΔΕ παρουσίασε στη Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής ο πρόεδρος της Επιτροπής Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας της ΚΕΔΕ και δημοτικός σύμβουλος Πεντέλης, Βλάσσης Σιώμος.
Η συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026 στην αίθουσα Γερουσίας της Βουλής και αφορούσε το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας με τίτλο «Νέο πλαίσιο μέτρων στεγαστικής αρωγής και λοιπών ενισχύσεων μετά από φυσικές καταστροφές, βελτίωση πλαισίου κρατικής αρωγής και ιδιωτικής ασφάλισης επιχειρήσεων έναντι φυσικών καταστροφών – Τροποποιήσεις Ν. 4797/2021 και Ν. 5116/2024».
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης ο Βλάσσης Σιώμος παρουσίασε τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις της Αυτοδιοίκησης, ενώ απάντησε και σε ερωτήσεις βουλευτών που συμμετείχαν στη Διαρκή Επιτροπή.
Στο επίκεντρο ο ρόλος των Δήμων μετά τις φυσικές καταστροφές
Το νέο νομοθετικό πλαίσιο επιχειρεί να συγκεντρώσει και να αποσαφηνίσει τις διαδικασίες που ακολουθούνται μετά από φυσικές καταστροφές για την αποκατάσταση ζημιών σε κτίρια, την προσωρινή στέγαση των πληγέντων και την καταβολή οικονομικών ενισχύσεων.
Μεταξύ άλλων, προβλέπονται ρυθμίσεις για τον καθορισμό των δικαιούχων στεγαστικής αρωγής, τη διαδικασία χορήγησης οικονομικής βοήθειας, την επιδότηση προσωρινής στέγασης, την κάλυψη πρώτων αναγκών και τη διαχείριση μεταφερόμενων οικίσκων.
Σύμφωνα με την αποτίμηση που παρουσίασε ο Βλάσσης Σιώμος, το νομοσχέδιο δημιουργεί ένα σαφέστερο και περισσότερο συγκεντρωτικό σύστημα, μέσα στο οποίο όμως οι Δήμοι αποκτούν σημαντικό επιχειρησιακό ρόλο.
Οι Δήμοι καλούνται, μεταξύ άλλων, να συμμετέχουν στη διαδικασία καταβολής ενισχύσεων, να οργανώνουν τμήμα της προσωρινής στέγασης των πληγέντων, να διαχειρίζονται μεταφερόμενους οικίσκους και να τηρούν για σειρά ετών τα σχετικά διοικητικά αρχεία.
Παράλληλα, παραμένουν υπό τον έλεγχο των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών, ενώ η κεντρική διοίκηση διατηρεί τον βασικό έλεγχο των κανόνων, της χρηματοδότησης και της διαδικασίας χορήγησης της αρωγής.
Ενστάσεις για τις εφάπαξ οικονομικές ενισχύσεις
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο άρθρο 16 του νομοσχεδίου, το οποίο αφορά τις εφάπαξ οικονομικές ενισχύσεις προς πληγέντες για επισκευές, οικοσκευή και κάλυψη πρώτων βιοτικών αναγκών.
Η διαδικασία προβλέπεται πλέον σε μεγάλο βαθμό ηλεκτρονική, ενώ ο έλεγχος και ο καθορισμός των δικαιούχων ανατίθενται σε υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Στεγαστικής Αρωγής.
Το νομοσχέδιο προβλέπει ωστόσο τη δυνατότητα οι οικονομικές ενισχύσεις να καταβάλλονται από τους ίδιους τους Δήμους.
Η ΚΕΔΕ επισημαίνει ότι με τον τρόπο αυτό ο Δήμος δεν αποτελεί απλώς έναν συνεργαζόμενο φορέα, αλλά αναλαμβάνει ενεργό ρόλο σε ένα κρίσιμο τμήμα της οικονομικής διαχείρισης.
Παράλληλα προβλέπεται η δυνατότητα έκτακτου ελέγχου στους Δήμους από τη Γενική Διεύθυνση Στεγαστικής Αρωγής.
Στο σημείο αυτό ο Βλάσσης Σιώμος άσκησε κριτική στη φιλοσοφία της σχετικής πρόβλεψης, σημειώνοντας ότι ενώ γίνεται σαφής αναφορά στους ελέγχους, δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόβλεψη για το πώς θα ενισχυθούν οι Δήμοι ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις νέες υποχρεώσεις.
Όπως επισήμανε, δεν μπορεί η νομοθεσία να αντιμετωπίζει τους Δήμους κυρίως μέσα από το πρίσμα του ελέγχου, χωρίς παράλληλα να εξασφαλίζει τους απαιτούμενους διοικητικούς και οικονομικούς μηχανισμούς υποστήριξης.
Μεταφερόμενοι οικίσκοι και νέες ευθύνες
Σημαντικές υποχρεώσεις προβλέπονται και στο άρθρο 17, σχετικά με την προσωρινή στέγαση πολιτών μέσω μεταφερόμενων οικίσκων.
Μετά την οριοθέτηση μιας περιοχής ως πληγείσας, οι Δήμοι θα μπορούν να ζητούν την παραχώρηση οικίσκων για την προσωρινή στέγαση πολιτών, οι οποίοι θα εγκαθίστανται σε δημόσιες ή δημοτικές εκτάσεις.
Στην πράξη διαμορφώνεται μια διαδικασία κατά την οποία η ανάγκη προσωρινής στέγασης καταγράφεται σε τοπικό επίπεδο, ο Δήμος υποβάλλει σχετικό αίτημα και το Υπουργείο παραχωρεί τους απαιτούμενους οικίσκους.
Ωστόσο, ο Δήμος αναλαμβάνει στη συνέχεια και την ευθύνη για τη διαχείριση και την επιστροφή τους όταν ολοκληρωθούν οι εργασίες αποκατάστασης των πληγέντων.
Σε περίπτωση καθυστέρησης ή μη προσήκουσας επιστροφής μπορούν να επιβληθούν διοικητικές κυρώσεις και να καταλογιστούν δαπάνες.
Η ΚΕΔΕ δεν αμφισβητεί την ανάγκη συμμετοχής της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στη διαδικασία προσωρινής στέγασης, δεδομένης της άμεσης επαφής των Δήμων με τις τοπικές κοινωνίες.
Θέτει όμως το ερώτημα με ποιους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους θα μπορούν οι δημοτικές υπηρεσίες να οργανώσουν μια τόσο απαιτητική διαδικασία, ειδικά σε περιπτώσεις καταστροφών μεγάλης έκτασης.
Υποχρεωτική τήρηση αρχείων για τουλάχιστον μία δεκαετία
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει, σύμφωνα με την ΚΕΔΕ, και το άρθρο 20.
Οι υπηρεσίες των ΟΤΑ Α΄ και Β΄ βαθμού υποχρεούνται να διατηρούν για τουλάχιστον δέκα χρόνια από την εκδήλωση της φυσικής καταστροφής το σύνολο των φακέλων, εγγράφων και δικαιολογητικών που αφορούν τις οικονομικές ενισχύσεις και την παραχώρηση μεταφερόμενων οικίσκων.
Παράλληλα, θα πρέπει να παρέχουν στη Γενική Διεύθυνση Στεγαστικής Αρωγής κάθε στοιχείο ή πληροφορία που ζητείται.
Η συγκεκριμένη πρόβλεψη, όπως υπογραμμίστηκε στη Βουλή, δημιουργεί ένα πρόσθετο διοικητικό και οργανωτικό φορτίο στις υπηρεσίες των Δήμων.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για μικρούς, μεσαίους, ορεινούς και νησιωτικούς Δήμους, στους οποίους η υποστελέχωση των υπηρεσιών είναι σε αρκετές περιπτώσεις ιδιαίτερα έντονη.
Η θέση της ΚΕΔΕ είναι ότι η ανάθεση μακροχρόνιων διοικητικών υποχρεώσεων πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχη πρόβλεψη στελέχωσης, χρηματοδότησης και τεχνικής υποστήριξης.
Οι κρίσιμες λεπτομέρειες μεταφέρονται σε υπουργικές αποφάσεις
Προβληματισμός διατυπώθηκε και για το άρθρο 23.
Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι μέσω Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων και άλλων κανονιστικών πράξεων θα εξειδικευτούν σημαντικά ζητήματα για τη διαχείριση των οικίσκων, τη δημιουργία βάσης δεδομένων, την καταγραφή και την αποτίμησή τους, τους όρους παραχώρησης, καθώς και το πλαίσιο τακτικών και έκτακτων ελέγχων.
Για την ΚΕΔΕ, οι αποφάσεις αυτές θα είναι καθοριστικές, καθώς μέσω αυτών θα αποτυπωθεί στην πράξη το εύρος της διοικητικής και οικονομικής επιβάρυνσης που θα αναλάβουν οι Δήμοι.
Ο Βλάσσης Σιώμος υπογράμμισε ότι ακριβώς σε αυτό το στάδιο πρέπει να προσδιοριστεί με σαφήνεια ποιο κόστος αναλογεί στην Αυτοδιοίκηση και, κυρίως, με ποιον τρόπο θα καλυφθεί.
Θετική η συμμετοχή της ΚΕΔΕ στο Παρατηρητήριο Ιδιωτικής Ασφάλισης
Ως θετική αξιολογήθηκε αντίθετα η πρόβλεψη του άρθρου 34, με την οποία τροποποιείται το πλαίσιο λειτουργίας του Παρατηρητηρίου Ιδιωτικής Ασφάλισης έναντι Φυσικών Καταστροφών.
Στο συγκεκριμένο όργανο προβλέπεται η συμμετοχή εκπροσώπου της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας και εκπροσώπου της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας.
Η θεσμοθετημένη εκπροσώπηση της Αυτοδιοίκησης χαρακτηρίζεται σημαντική, καθώς δίνει στους Δήμους και στις Περιφέρειες τη δυνατότητα να συμμετέχουν στον σχεδιασμό πολιτικών που σχετίζονται με τη διαχείριση των οικονομικών συνεπειών των φυσικών καταστροφών.
Τα τρία βασικά ερωτήματα της ΚΕΔΕ
Η συνολική θέση που παρουσιάστηκε στη Βουλή είναι ότι το νομοσχέδιο αποσαφηνίζει σε σημαντικό βαθμό τον ρόλο των Δήμων στον μηχανισμό στεγαστικής αρωγής, χωρίς ωστόσο να απαντά σε κρίσιμα πρακτικά ζητήματα.
Η ΚΕΔΕ θέτει τρία βασικά ερωτήματα.
Με ποιο προσωπικό θα υλοποιούνται οι νέες διαδικασίες από τις δημοτικές υπηρεσίες, ποιο θα είναι ακριβώς το εύρος της ευθύνης των Δήμων έναντι των ελέγχων και εάν θα υπάρξει πλήρης κάλυψη του πρόσθετου διοικητικού και λειτουργικού κόστους.
Η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας ζητά, συνεπώς, να αποσαφηνιστούν ήδη μέσα στο ίδιο το νομοσχέδιο οι όροι ανάθεσης των νέων αρμοδιοτήτων και να υπάρξει ρητή πρόβλεψη για την κάλυψη του κόστους που αυτές συνεπάγονται.
Μετά το τέλος της συνεδρίασης, ο Βλάσσης Σιώμος υπογράμμισε ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση Α΄ βαθμού επιδιώκει να συμβάλει με θεσμική ευθύνη και επιστημονική τεκμηρίωση στη διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού πλαισίου κρατικής αρωγής μετά από φυσικές καταστροφές.
Το βασικό μήνυμα που μεταφέρθηκε από την ΚΕΔΕ είναι ότι οι Δήμοι μπορούν και πρέπει να αποτελούν κρίσιμο κρίκο της πολιτικής προστασίας και της υποστήριξης των πληγέντων, αρκεί οι νέες υποχρεώσεις να συνοδεύονται από τους αναγκαίους ανθρώπινους, διοικητικούς και οικονομικούς πόρους.





