ΚΕΔΕ – Αποτίμηση συνάντησης με Μητσοτάκη: Επιβεβαιώθηκαν οι δεσμεύσεις, αλλά δεν φύγαμε ικανοποιημένοι

Τα αποτελέσματα της συνάντησης με τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και οι επόμενες πρωτοβουλίες της ΚΕΔΕ για να δρομολογηθούν λύσεις στα καίρια ζητήματα που απασχολούν τους Δήμους αποτέλεσαν τα βασικά θέματα που απασχόλησαν τη χθεσινή συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚΕΔΕ.

Πρώτος και καθοριστικός σταθμός των πρωτοβουλιών είναι η σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης της ΚΕΔΕ που καθορίστηκε να γίνει το τελευταίο δεκαήμερο του Ιανουαρίου 2022, με αντικείμενο τα επείγοντα και κρίσιμα για τη βιωσιμότητα και τη λειτουργία των Δήμων ζητήματα, όπως το θέμα της επιβολής του τέλους ταφής απορριμμάτων, η οικονομική επιβάρυνση των δήμων από τις μεγάλες αυξήσεις στα τιμολόγια της ενέργειας, η απόδοση στους Δήμους από τους παρόχους ενέργειας των χρημάτων από την είσπραξη των δημοτικών τελών, το ζήτημα του προσωπικού, η συμμετοχή των Δήμων στον αναπτυξιακό σχεδιασμό και αξιοποίηση των χρηματοδοτικών προγραμμάτων.

Σε ότι αφορά τη συνάντηση με τον Πρωθυπουργό, «η αλήθεια είναι πως δεν φύγαμε ικανοποιημένοι», όπως τόνισε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ Δημήτρης Παπαστεργίου, «γιατί ναι μεν επιβεβαιώσαμε όσες δεσμεύσεις είχαν γίνει στο πρόσφατο συνέδριό μας, αλλά δεν υπήρξαν νέες δεσμεύσεις για μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν τους Δήμους».

Στα θετικά της συνάντησης ο κ. Παπαστεργίου κατέγραψε την εκκίνηση της διαδικασίας για τις 1.000 προσλήψεις μηχανικών στους Δήμους, που κατά μέσο όρο αντιστοιχούν σε 3 μηχανικούς ανά Δήμο, αν και τα κενά και οι ανάγκες είναι πολύ μεγαλύτερα.

Επίσης θετική εξέλιξη υπήρξε η επιβεβαίωση για αύξηση των ΚΑΠ των Δήμων κατά 15% από 1.1.2023, η προώθηση της νομοθετικής ρύθμισης για την υποχρεωτική σύμφωνη γνώμη του δημάρχου για τις κατά παρέκκλιση της κινητικότητας μετακινήσεις δημοτικών υπαλλήλων, η λύση, που ήδη δρομολογήθηκε με τροπολογία, για τη διευκόλυνση πληρωμής των δόσεων των δανείων στο Ταμείο Παρακαταθηκών, καθώς και η ανακοίνωση για ειδικό πρόγραμμα οδικής ασφάλειας στους Δήμους, ύψους 200 εκ. ευρώ για τα επόμενα δύο χρόνια από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Ωστόσο το ισχυρό αίτημα των Δήμων για αναβολή της επιβολής του τέλους ταφής των απορριμμάτων, μέχρι τη λήξη της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου συνάντησε την αντίθεση του Πρωθυπουργού, με την αιτιολογία ότι αποτελεί δέσμευση και όρο για την απορρόφηση των χρημάτων από το Ταμείο Ανάκαμψης.

«Θεωρώ πως το τέλος ταφής είναι ένα άδικο μέτρο. Ακόμη και αν αποτελεί συμβατική υποχρέωση της χώρας, δεν είναι οι Δήμοι και οι πολίτες αυτοί που ευθύνονται για τις διαχρονικές καθυστερήσεις στην υλοποίηση πολιτικών για την ανακύκλωση και τη διαχείριση των απορριμμάτων. Από ανάλυση των δεδομένων, προκύπτει ότι σε συντριπτικά ποσοστά, το ίδιο το κράτος με την διαχρονική αναποφασιστικότητά του ευθύνεται για τη μη προώθηση λύσεων. Εμείς προτείναμε την αναβολή του μέχρι το τέλος της προγραμματικής περιόδου, από την οποία χρηματοδοτούνται πάρα πολλές μονάδες επεξεργασίας απορριμμάτων και να επιβάλλεται από το 2023 και μετά. Δεν έγινε δεκτή η πρότασή μας. Είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό κόστος, περίπου 200 εκ. ευρώ για την επόμενη διετία, το οποίο θα επωμιστούν οι δήμοι και θα αναγκαστούν να το μετακυλήσουν στους δημότες», τόνισε ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ.

Το θέμα για την ΚΕΔΕ παραμένει ανοικτό και εκτός του ότι θα τεθεί στη Γενική Συνέλευση στα τέλη Ιανουαρίου, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να διερευνηθεί και η δυνατότητα δικαστικής προσβολής της επιβολής του.

Ένα επίσης σημαντικό ζήτημα που δεν υπήρξε καμία δέσμευση εκ μέρους της κυβέρνησης είναι οι μεγάλες αυξήσεις στα τιμολόγια της ενέργειας, το οποίο εκτιμάται ότι θα επιβαρύνει τους δήμους με πάνω από μισό δις ευρώ και που αναγκαστικά οι δήμοι θα οδηγηθούν σε μεγάλες αυξήσεις των τιμολογίων ύδρευσης και ανταποδοτικών τελών.

«Δεν βλέπω, τόνισε ο κ. Παπαστεργίου, πώς οι δήμοι μπορούν να απορροφήσουν από τη μεριά τους το αυξημένο κόστος, θα πρέπει να καταστεί σαφές και στην κυβέρνηση, ότι οι Δήμοι δεν μπορούν να απορροφήσουν αυτές τις διαφορές».

Το Διοικητικό Συμβούλιο απασχόλησε και η μη απόδοση στους δήμους από εταιρείες παρόχους ενέργειας των χρημάτων που εισπράττουν για λογαριασμό των δήμων από δημοτικά τέλη.

Σήμερα πάρα πολλοί δήμοι αντιμετωπίζουν πρόβλημα με τις καθυστερήσεις από ορισμένους, όχι από όλους, τους παρόχους με την απόδοση των δημοτικών τελών.

“Τι δεν πρέπει να γίνει; Δεν πρέπει να πάμε ξανά σε μία ιστορία τύπου Hellas Power –Energa, που να θυμίσω ότι χάσαμε πάρα πολλά λεφτά, κάποιοι δήμοι τα διεκδικούν, κάποιοι πήραμε, κάποιοι θα πάρουμε. Σε κάθε περίπτωση το σύστημα αυτό όπως λειτουργεί δεν είναι σοβαρό, βιώσιμο και διάφανο», τόνισε ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ Δημήτρης Παπαστεργίου.

Πρότεινε δε «να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση τέτοια που θα αναγκάζει τις εταιρείες – παρόχους να αποδίδουν τα χρήματα στους δήμους εντός του τριμήνου το αργότερο και δεύτερον, να υπάρξει μία ειδική κοινή πλατφόρμα μέσω της οποίας θα μπορούμε ανά πάσα στιγμή να γνωρίζουμε ποιοι λογαριασμοί έχουν πληρωθεί, ποιοι είναι σε διακανονισμό, ποια χρήματα πάνε στους δήμους και ποια στην ενέργεια. Να έχουμε δηλαδή μια ξεκάθαρη εικόνα για το τι γίνεται».

Καθόλου ενθαρρυντικές δεν είναι και οι προβλέψεις του Κρατικού Προϋπολογισμού 2022, καθώς οι δήμοι το 2022 θα λάβουν 244 εκ. ευρώ λιγότερα από τον τακτικό προϋπολογισμό, σύμφωνα με τον εισηγητή και πρόεδρο της Επιτροπής Οικονομικών των ΟΤΑ Γιάννη Μουράτογλου.

Επίσης δεν υπάρχει πρόβλεψη στον προϋπολογισμό για έκτακτη επιχορήγηση των δήμων το 2022 για κάλυψη των δαπανών αντιμετώπισης της πανδημίας. Να σημειωθεί ότι για το 2021 αυξήθηκαν κατά 154 εκ. ευρώ οι δαπάνες των δήμων από ίδια έσοδα για την πανδημία, ενώ η έκτακτη επιχορήγηση που έλαβαν φέτος για το σύνολο των δαπανών αντιμετώπισης της ανέρχεται μέχρι σήμερα στα 101 εκ. ευρώ.

Τέλος με άλλη απόφασή του το ΔΣ της ΚΕΔΕ, ζητά την παράταση των συμβάσεων covid, αφού το πρόγραμμα της κοινωφελούς εργασίας φαίνεται πως οδεύει για τη νέα χρονιά, αφήνοντας μεγάλα κενά στους Δήμους. Η παραμονή των συμβασιούχων που καλύπτουν ανάγκες για την πανδημία είναι επιβεβλημένη, αφού ήδη γνωρίζουν τα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί, ενώ σε μικρούς Δήμους ή νησιά, θα είναι δύσκολη η εξεύρεση συγκεκριμένων ειδικοτήτων αν χρειαστεί να προσληφθεί νέο προσωπικό.