Παρατυπίες κατα συρροή και εξακολούθηση στο δημόσιο
Παρατυτπίες και πλημέλειες κατά συνήθεια και κατά συρροή διαπιστώθηκαν αναφορικά με τις αναθέσεις έργων από του υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την αντιμετώπιση του φαινομένου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης του Ε.Σ. με τίτλο «Προσυμβατικός έλεγχος χρονικής περιόδου από 1.7.2023 έως 31.12.2024: Ουσιώδεις πλημμέλειες στις διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων», που δόθηκαν στη δημοσιότητα, αποκαλύπτεται πλήθος σοβαρών παραβάσεων και ελλείψεων σε συμβάσεις μεγάλης οικονομικής αξίας που συνήφθησαν από Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.
Κατά την συγκεκριμένη περίοδο, κατατέθηκαν στα Κλιμάκια του Ελεγκτικού Συνεδρίου συνολικά 2.601 φάκελοι διαδικασιών ανάθεσης, εκ των οποίων 1.119 αφορούσαν σε έργα, 654 σε προμήθειες και 828 σε υπηρεσίες.
Από τη μελέτη των φακέων διαπιστώθηκαν κατ’ επανάληψη παρατυπίες και ουσιώδεις πλημέλειες, πολλές από τις οποίες έχουν παρατηρηθεί και σε ετήσιες εκθέσεις παρελθόντων ετών, γεγονός που καταδεικνύει τη διαχρονική δυσλειτουργία του συστήματος ανάθεσης.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:
Μη νόμιμες εξαιρέσεις από την εφαρμογή βασικών διατάξεων της νομοθεσίας
Μη δημοσίευση τροποποιήσεων σε ουσιώδεις όρους διακηρύξεων, όπως τα κριτήρια επιλογής.
Έλλειψη επαρκούς χρηματοδότησης για την υλοποίηση των συμβάσεων.
Ανεπαρκής τεκμηρίωση σκοπιμότητας και προϋπολογισμών.
Παρακάμψεις των διαγωνιστικών διαδικασιών χωρίς επαρκή αιτιολογία ή επίκληση έκτακτων αναγκών.
Τροποποιήσεις συμβάσεων χωρίς τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, κατά παράβαση της διαφάνειας.
Αποκλεισμοί προσφερόντων λόγω ασαφειών στους όρους των διακηρύξεων.
Περιοριστικά ή διακριτικά κριτήρια, που απέκλειαν άνευ λόγου δυνητικούς συμμετέχοντες.
Ανεπαρκής αιτιολόγηση τεχνικής αξιολόγησης και παραβίαση όρων διακηρύξεων κατά την αποδοχή ή κατακύρωση προσφορών και τέλος
Πλημμέλειες στα δικαιολογητικά, που οδήγησαν σε παράνομες απορρίψεις προσφορών.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο σημειώνει στην έκθεσή του ότι πολλά από τα φαινόμενα αυτά επαναλαμβάνονται με σταθερή συχνότητα, ακόμη και υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες και με ανάλογη τεκμηρίωση, γεγονός που επιτείνει τις ανησυχίες για την ποιότητα και τη διαφάνεια στη διαχείριση του δημοσίου χρήματος.