«Κόκκινες γραμμές» και κάλεσμα για ενότητα από τον Λ. Κυρίζογλου

Ενωτικός, τονίζοντας αρκετές φορές ότι ως δήμοι, αναλαμβάνουμε ενωμένοι την πρωτοβουλία να συγκροτήσουμε μια ισχυρή Συμμαχία Ευθύνης, εμφανίστηκε στην ομιλία του στο ετήσιο συνέδριο της ΚΕΔΕ ο Λάζαρος Κυρίζογλου, τονίζοντας ότι σε αυτή την εθνική προσπάθεια, η Αυτοδιοίκηση οφείλει και θέλει να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Μεταφέροντας, το μήνυμα του Συνεδρίου: «Ισχυροί Δήμοι, Ισχυρές Τοπικές Κοινωνίες, για Ισχυρή Ελλάδα», που αποτυπώνει με απόλυτη σαφήνεια και συνέπεια το ζητούμενο του συνεδρίου, ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ σημείωσε πως διεξάγεται σε μια πολύ ιδιαίτερη χρονική περίοδο έντονων γεωπολιτικών μεταβολών, πολεμικών συγκρούσεων, όξυνσης των οικονομικών προβλημάτων,κοινωνικών αναταραχών που εξαπλώνονται, αμφισβήτησης ακόμη και της ίδιας της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Συγκεκριμένα, ο Λάζαρος Κυρίζογλου, ξεκινώντας την ομιλία του εξηγώντας πως η Καλαμάτα επελέγη ως πόλη διεξαγωγής του για ιστορικούς λόγους, αναφέρθηκε στο δημογραφικό και τους ρυθμούς ανάπτυξης της περιοχής, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι ισχυρή, όταν η περιφέρειά της αποδυναμώνεται.
Ακολούθως, εστίασε στις σύγχρονες προκλήσεις για τη δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή και τη δικαιοσύνη που απειλούν τα θεμέλια των αρχών όλης της Ευρώπης.
Οι εξελίξεις αυτές, της αναταραχής κι αβεβαιότητας που επικρατεί σε όλο τον κόσμο έχουν αντίκτυπο και στην Ελλάδα όπου παρά την ενίσχυση της εικόνας της χώρας και τη βελτίωση των οικονομικών μεγεθών, διαμορφώνουν ένα εύθραυστο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον, στο οποίο καλείτε και η Αυτοδιοίκηση να λειτουργήσει και να διαχειριστεί τα προβλήματα των πολιτών.
Μιλώντας για την πολιτική σταθερότητα και τις θεσμικές αλλαγές που έγιναν, όπως είπε, αποτελούν αναμφισβήτητα θετικές εξελίξεις τις οποίες οφείλουμε να τις αναγνωρίσουμε και να διαφυλάξουμε.
Απαριθμώντας τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στην καθημερινότητά της η Ελληνική οικογένεια, ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ επεσήμανε πως η Αυτοδιοίκηση, ως θεσμός που βρίσκεται διαχρονικά πιο κοντά στους πολίτες, αγωνιά πραγματικά για την κρίση αξιών και εμπιστοσύνης που πλήττει την Πατρίδα μας.
Πάντως, αναγνώρισε πως η κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών στο Κράτος και στους θεσμούς του είναι δικαιολογημένη, ενώ έκανε λόγο για μία χαμένη ευκαιρία για να κάνουμε, μέσω της διαδικασίας για την αναθεώρηση του Συντάγματος, ένα αποφασιστικό βήμα μπροστά για μια πραγματικά αναγκαία και χρήσιμη μεταρρύθμιση.
Και σε αυτή τη διαδικασία, ο Λ. Κυρίζογλου τόνισε ότι οι εκπρόσωποι της Αυτοδιοίκησης έθεσαν ως βασικούς πυλώνες της πρότασής τους από τη μια, την ανάγκη ενίσχυσης του επιτελικού ρόλου της Κεντρικής Διοίκησης στο σχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών. Κι από την άλλη, την προώθηση μιας ουσιαστικής αποκέντρωσης, όσον αφορά την εξειδίκευση και την εφαρμογή των πολιτικών αυτών, από την Αυτοδιοίκηση.
Ξεκινώντας από την ανάγκη οικονομικής στήριξης των δήμων της χώρας, τόνισε ότι οι ευθύνες για την εξέλιξη αυτή είναι ξεκάθαρες, αποδίδοντάς τες στο πολιτικό συμφέρον των κοινοβουλευτικών παρατάξεων, που ενώ συμφωνούσαν στο αυτονόητο, ότι δηλαδή πρέπει να υπάρξει αποκέντρωση και ότι η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στους ΟΤΑ πρέπει να συνοδεύεται κι από τους αντίστοιχους πόρους, την ίδια ώρα δραπέτευσαν από το θεσμικό διάλογο για τα συγκεκριμένα άρθρα, καταψηφίζοντας στη Βουλή αυτά στα οποία συμφωνούσαν κατά τα άλλα.
Χαρακτηρίζοντας αυτήν την στάση ως «θεσμικό λαϊκισμό», τόνισε ότι απέναντι σε αυτή τη διαχρονικά άδικη αντιμετώπιση της Αυτοδιοίκησης από το Κεντρικό Κράτος και το κομματικό σύστημα, εμείς θα επιμείνουμε.
«Θα εξακολουθήσουμε να διεκδικούμε το θεσμικό και ουσιαστικό ρόλο αλλά και τα μέσα που προβλέπονται στο Σύνταγμα, προκειμένου να ανταποκριθούμε σε αυτήν την ευθύνη» είπε.
Κάνοντας ένα σύντομο απολογισμό των δράσεων της πρωτοβάθμιας Αυτοδιοίκησης, ο Λάζαρος Κυρίζογλου σημείωσε πως από το περσινό μας Συνέδριο στην Αλεξανδρούπολη μέχρι σήμερα, η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδος εργάσθηκε επίπονα, έδωσε και κέρδισε πολλές μάχες, που μας επέτρεψαν ως θεσμός να κάνουμε σημαντικά βήματα μπροστά.
Μάλιστα, χαρακτήρισε την ψήφιση του νέου Κώδικα Αυτοδιοίκησης, ως τη μεγαλύτερη νίκη της ΚΕΔΕ, αφού πρόκειται για μια θεσμική εξέλιξη που αποτελούσε εδώ και χρόνια, πάγιο αίτημα της ΚΕΔΕ.
Σε αυτή τη διαδικασία η ΚΕΔΕ συμμετείχε ενεργά στη διαβούλευση, με τεκμηριωμένες προτάσεις και διεκδικώντας συγκεκριμένες αλλαγές, πετυχαίνοντας να ενσωματωθεί στον νέο Κώδικα πάνω από το 90% των αιτημάτων μας.
Όπως είπε:
«Ιδιαίτερη σημασία έχει για την ΚΕΔΕ η διάταξη για τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους, σύμφωνα με την οποία όταν μεταφέρονται νέες αρμοδιότητες στους Δήμους, το επιπλέον κόστος θα καλύπτεται από αντίστοιχη αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης. Το έλεγε το Σύνταγμα το λέει πλέον ξεκάθαρα και ο κοινός νομοθέτης.
Πρόκειται για ένα ακόμη διαχρονικό αίτημά μας, που θεσμοθετήθηκε από τον κοινό νομοθέτηκαι αγωνιζόμαστε και απαιτούμε πραγματικά να τηρηθεί.»
Επίσης, τόνισε πως μέσα από το νέο Κώδικα, γίνονται σημαντικά βήματα θεσμικού εκσυγχρονισμού, θέσπισης ενός ολοκληρωμένου και μόνιμου πλαισίου στελέχωσης των δομών, και ένταξης στο νέο Κώδικα το νομοθετικό πλαίσιο λειτουργίας των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης.
Στο πλαίσιο αυτό, προβλέπεται έκτακτη οικονομική ενίσχυση ύψους 200 εκατομμυρίων ευρώ για την κάλυψη και ρύθμιση σε δόσεις ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, καθώς και δυνατότητα προσφυγής σε τραπεζικό δανεισμό για την υλοποίηση έργων.
Μιλώντας για τη θεσμική κατάσταση των αιρετών είπε πως αναβαθμίζεται, ενώ επεσήμανε:
«Θέλω όμως να είμαι ξεκάθαρος.
Ο νέος Κώδικας, όσο σημαντικός κι αν είναι,
δεν αποτελεί από μόνος του τη μεγάλη μεταρρύθμιση του Κράτους που διεκδικούμε.
Αποτελεί ένα βήμα μπροστά.
Η μεγάλη μεταρρύθμιση όμως θα γίνει όταν η Αυτοδιοίκηση αποκτήσει ουσιαστική, πραγματική διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια.
Όταν οι αρμοδιότητες συνοδεύονται από πόρους.
Όταν οι νέες θεσμικές προβλέψεις εφαρμόζονται στην πράξη.
Και όταν οι πολίτες βλέπουν μετρήσιμα αποτελέσματα στην καθημερινότητά τους.
Γιατί ο νέος Κώδικας δεν θα γεμίσει από μόνος του τα ταμεία των Δήμων μας».
Αναφορικά με τα επιμέρους ζητήματα, ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ σημείωσε πως το οικονομικό εξακολουθεί να είναι το σημαντικότερο πρόβλημα των δήμων αφού «Χωρίς χρήματα δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε. Ούτε να προσφέρουμε χρήσιμες και ποιοτικές υπηρεσίες στους πολίτες.» υποστήριξε ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ.
Κάνοντας λόγο για την ενίσχυση των ΚΑΠ, τα τελευταία χρόνια, ξεκαθάρισε ότι: «αν και θα μπορούσε κάποιος δίκαια να ισχυριστεί ότι η αύξηση είναι σημαντική.
Η πραγματικότητα όμως δεν είναι έτσι ακριβώς.
Τα κόστη των Δήμων έχουν αυξηθεί σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό.
Τα καύσιμα, το μισθολογικό κόστος, η ενέργεια, τα υλικά για τα έργα, οι πρόσθετες αρμοδιότητες που μας έχουν μεταφερθεί, κοστίζουν ακόμη περισσότερα.
Ενώ και οι αντοχές των νοικοκυριών κι επιχειρήσεων έχουν μειωθείσημαντικά, γεγονός που δεν μας επιτρέπει να τους μεταφέρουμε ως δήμοι νέα βάρη στην πλάτη τους, με αύξηση των δημοτικών τελών.
Αν συγκρίνουμε μάλιστα τη σημερινή χρηματοδότηση μας, με αυτήν του 2008 και του 2009, οι αριθμοί θα μας προκαλέσουν ακόμη μεγαλύτερη θλίψη».
Μάλιστα σημείωσε πως μόνον οι Δήμοι είναι αυτοί που την περίοδο που διανύουμε σήμερα, την περίοδο των φορολογικών υπερ-εσόδων και των δημοσιονομικών υπερ-πλεονασμάτων, δεν εισπράττουν για λογαριασμό των πολιτών των τοπικών μας κοινωνιών, ένα αναλογικό, ένα δίκαιο μέρισμα από την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
Για τον λόγο αυτό, έκρουσε για μία ακόμα φορά τον κώδωνα του κινδύνου ότι οι Δήμοι κινδυνεύουν με οικονομική ασφυξία αν δεν δουν άμεσα μια δραστική αύξηση στους ΚΑΠ.
Και αυτό, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης που έγινε σε συνεργασία με την ΕΕΤΑΑ, για την «Αποτίμηση του κόστους λειτουργίας των Δήμων για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους».
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΚΕΔΕ, το χρηματοδοτικό κενό των 2,5 δις περίπου πρέπει να αντιμετωπιστεί όχι μόνο για την τρέχουσα χρονιά, αλλά και για τα επόμενα έτη, με αρχή το 2027.
«Γιατί δεν μπορεί να ζητά κάποιος από τους Δήμους να ανταποκρίνονται σε ολοένα περισσότερες υποχρεώσεις, χωρίς να διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους.
Δεν είναι δυνατόν η χώρα να επιδιώκει τη σύγκλιση με τα προηγμένα ευρωπαϊκά κράτη και η Αυτοδιοίκησή της να εξακολουθεί να βρίσκεται τόσο μακριά από την ευρωπαϊκή αυτοδιοικητική πραγματικότητα», είπε χαρακτηριστικά και συμπλήρωσε: .
«Δεν θέλουμε οι Δήμαρχοι να είμαστε επαίτες.
Να έχουμε διαρκώς το χέρι απλωμένο στους εκάστοτε Υπουργούς και να παρακαλάμε για τα αυτονόητα.
Δεν ζητάμε επιπλέον χρήματα για να κάνουμε σπατάλες.
Γνωρίζουμε ότι η χώρα έχει δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Αυτό που ζητάμε είναι οξυγόνο για να αναπνεύσουμε.
Ζητάμε τους πόρους που απαιτούνται για να ανταποκριθούμε στις υποχρεώσεις που το ίδιο το Κράτος μάς έχει αναθέσει.»
Με στόχο την οικονομική ενίσχυση των δήμων ο Λ. Κυρίζογλου παρουσίασε και μία δέσμη οκτώ διεκδικήσεων που περιλαμβάνονται και στο υπόμνημα που κατατέθηκε στον Πρωθυπουργό.
Συγκεκριμένα, οι δήμοι ζητούν:
Πρώτον, τη γενναία αύξηση των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων, προτείνοντας τη σταδιακή προσαρμογή εντός πενταετίας, με απόδοση του 7% των καθαρών εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού.
Με μακροπρόθεσμο στόχο την απόδοση του 8% του ΑΕΠ στην Αυτοδιοίκηση.
Δεύτερον, ζητάμε τη δημιουργία ενός νέου Αναπτυξιακού Προγράμματος για την αναβάθμιση και ενίσχυση των τοπικών υποδομών.
Με έμφαση στη συντήρηση του οδικού δικτύου, την αντισεισμική θωράκιση δημοτικών και σχολικών κτιρίων, τη βελτίωση της αγροτικής και δασικής οδοποιίας και την υλοποίηση τοπικών αναπτυξιακών έργων.
Τρίτον, για να λειτουργήσουμε σωστά, χρειαζόμαστε νέο προσωπικό. Κρίνουμε για το λόγο αυτό αναγκαία την εφαρμογή τριετούς προγράμματος προσλήψεων προσωπικού.
Με βελτίωση των διαδικασιών στελέχωσης, ιδιαίτερα για τους μικρούς, ορεινούς και νησιωτικούς Δήμους, που αντιμετωπίζουν ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες.
Τέταρτον, θεωρούμε αυτονόητο, ότικάθε μελλοντική αύξηση του μισθολογικού κόστους, που προκαλείται από αποφάσεις του Κεντρικού Κράτους, θα πρέπει να καλύπτεται άμεσα με αντίστοιχη αύξηση των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων.
Πέμπτο, ζητάμε τη δημιουργία ειδικού Προγράμματος Υποστήριξης των μικρών ορεινών και νησιωτικών Δήμων, με ειδική χρηματοδότηση από τους ΚΑΠ.
Γιατί δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με τα ίδια διοικητικά και χρηματοδοτικά κριτήρια ένας μεγάλος αστικός Δήμος και ένας μικρός Δήμος της ορεινής ή νησιωτικής Ελλάδας.
Έκτο, είναι αναγκαία η λήψη μέτρων για τη μείωση του ενεργειακού κόστους.
Θεωρούμε απαράδεκτο οι δήμοι να πληρώνουν την κιλοβατώρα 0,25 λεπτά, την ώρα που οι μεγάλοι καταναλωτές χρεώνονται με μόλις 0,06 λεπτά.
Δηλαδή οι δήμοι πληρώναμε 4 φορές ακριβότερο το ηλεκτρικό ρεύμα. Οι δήμοι έχουν επιβαρυνθεί με περισσότερα από 240 εκ. ευρώ, εξαιτίας αυτής της απαράδεκτης επαναλαμβάνω τιμολόγησης.
Έβδομο, στο ίδιο πλαίσιο διεκδικούμε επαναφορά του ενεργειακού συμψηφισμού, του net-metering, δέσμευση ενεργειακού χώρου για τις ανάγκες των Δήμων, αλλά και δίκαιους όρους για την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, με ουσιαστικά ανταποδοτικά οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες.
Την άμεση, κατεπείγουσα επιστροφή στους Δήμους των πόρων από τοτιμωρητικό και άδικο τέλος ταφής, για το οποίο προσφύγαμε 164 δήμοι στο ΣτΕ κι αναμένεται η έκδοση δικαστικής απόφασης. Την απόδοση του τέλους ταφής κι επαρκή χρηματοδότηση για τη διαχείριση των αποβλήτων, την ανακύκλωση και τις υποδομές ύδρευσης και αποχέτευσης.
Όγδοο, ζητάμε τη δημιουργία μόνιμου μηχανισμού παρακολούθησης και κοστολόγησης των αρμοδιοτήτων της Αυτοδιοίκησης.Με τη συνεργασία της ΚΕΔΕ, της ΕΕΤΑΑ, των αρμόδιων Υπουργείων και επιστημονικών και ερευνητικών φορέων.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΚΕΔΕ, αυτές οι προτάσεις δεν αποτελούν απλώς οικονομικές διεκδικήσεις.
Αποτελούν αναγκαία μέτρα πολιτικής για τη βιωσιμότητα του αυτοδιοικητικού θεσμού.
Για την εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας
και για την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών στους πολίτες.
Πέραν των οικονομικών, ο Λάζαρος Κυρίζογλου έθεσε και μία κόκκινη γραμμή, από την οποία τόνισε ότι πλέον δεν πρόκειται να υποχωρήσουμε.
«Καμία νέα αρμοδιότητα στους Δήμους χωρίς τους αντίστοιχους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους» είπε και πρόσθεσε ότι αυτή πρέπει να είναι η βάση της νέας σχέσης μεταξύ Κεντρικού Κράτους και Αυτοδιοίκησης Α’ Βαθμού.
Στην συνέχεια αναφέρθηκε στο ρόλο των φορέων της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης σε σημαντικά ζητήματα όπως:
Η δημογραφική συρρίκνωση της χώρας που αποτελεί ζήτημα εθνικής σημασίας.
Η εγκατάλειψη της ελληνικής περιφέρειας, η γήρανση του πληθυσμού και η μείωση των γεννήσεων απειλούν την κοινωνική συνοχή και την αναπτυξιακή προοπτική της Πατρίδας μας.
Οι Δήμοι μπορούν και πρέπει να έχουν ουσιαστικό ρόλο στην κατάρτιση και υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου Εθνικού Σχεδίου για το Δημογραφικό.
Με πολιτικές στήριξης της οικογένειας, της μητρότητας, των νέων ανθρώπων και των ευάλωτων συμπολιτών μας.
Με αναβάθμιση των κοινωνικών δομών και των υπηρεσιών που προσφέρουμε καθημερινά.
Η δυνατότητα χορήγησης επιδόματος γέννησης και η αξιοποίηση της δημόσιας και δημοτικής περιουσίας για κοινωνικούς σκοπούς, που προβλέπονται στον νέο Κώδικα, αποτελούν θετικά εργαλεία.
Αλλά δεν αρκούν από μόνα τους.
Χρειάζονται πόροι, προσωπικό και ένα συνολικό σχέδιο που θα δίνει προοπτική στις νέες οικογένειες.
Η ΚΕΔΕ προς την κατεύθυνση αυτή έχει ήδη εκπονήσει και παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη μελέτη, μέσω του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτοδιοίκησης, του επιστημονικού μας βραχίονα, που αποτυπώνει το πρόβλημα σε επίπεδο Δήμων και προτείνει συγκεκριμένες κι εφαρμόσιμες λύσεις.
Ιδιαίτερη προτεραιότητα για τους δήμους αποτελεί επίσης το ζήτημα της διαχείρισης των υδάτινων πόρων.
Η κλιματική κρίση, οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας και οι αυξανόμενες ανάγκες ύδρευσης και άρδευσης επιβάλλουν την υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου εθνικού σχεδίου.
Που θα αφορά το σύνολο των υδάτων της χώρας, κι όχι μόνον του πόσιμου νερού.
Με ουσιαστικό ρόλο των Δήμων και των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης.
Για εμάς αποτελεί ανυποχώρητη θέση η διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα της ύδρευσης.
Ενώ ξεκαθαρίζουμε πω δεν είμαστε αντίθετοι στο σχεδιασμό ενσωμάτωσης των ΔΕΥΑ που επιθυμούν να ενταχθούν στο δίκτυο των ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ.
Είμαστε όμως αντίθετοι με την υποχρεωτική ένταξή τους, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των οικείων δήμων.
Όπως τόνισε, το ίδιο ισχύει και για τη διαχείριση των απορριμμάτων.
«Η χώρα χρειάζεται ένα σύγχρονο, ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο πράσινης διαχείρισης, που θα λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες των τοπικών κοινωνιών.
Με προτεραιότητα στην πρόληψη, την ανακύκλωση, την επανάχρηση και την κομποστοποίηση.
Οι δήμοι δεν ευθύνονται για την έλλειψη σήμερα των αναγκαίων υποδομών και δεν είναι δίκαιο να επιβαρύνονται οι πολίτες με χαράτσια , όπως το τέλος ταφής. Δεν ευθυνόμαστε εμείς για τις καθυστερήσεις αλλά το κεντρικό κράτος.
Η αποκατάσταση της αδικίας και η επιστροφή των πόρων που συγκεντρώθηκαν από το συγκεκριμένο τέλος στους δήμους, για δράσεις κι έργα ανακύκλωσης όπως ανέφερα και προηγουμένως, είναι αυτονόητη και δεν μπορεί να καθυστερήσει άλλο».
Για το ζήτημα του Χωροταξικού Πολεοδομικού Σχεδιασμού, ο Λ. Κυρίζογλου από το βήμα του συνεδρίου της ΚΕΔΕ σημείωσε πως:
«Καταρχήν θεωρούμε αυτονόητο ότι οι Δήμοι θα πρέπει να έχουν τον πρώτο λόγο, όσον αφορά τη φυσιογνωμία των πόλεων μας.
Η καθυστέρηση στην εκπόνηση των Τοπικών και Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων, η έλλειψη των οποίων δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για κάθε μορφής αυθαιρεσία, δεν είναι ευθύνη των δήμων αλλά του Κεντρικού Κράτους.
Εμείς είμαστε πρόθυμοι να βάλουμε πλάτη για να προχωρήσει η εκπόνησή τους όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Χωρίς όμως να επαναληφθούν νομικές ακροβασίες κι αυθαιρεσίες όπως με τον πρόσφατο ΝΟΚ, για την ακύρωση του οποίου προσφύγαμε στο ΣτΕ και ακυρώθηκε. Δικαιωθήκαμε.
Αναφερόμενος στο μεγάλο θέμα των Πολεοδομιών των Δήμων, επανέλαβε ότι «είμαστε αντίθετοι με τη μεταφορά τους στο Κτηματολόγιο.
Αφενός γιατί το Κτηματολόγιο δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, αφετέρου γιατί ως υπηρεσία λειτουργεί προβληματικά. Κι αυτό το γνωρίζουν όσοι έρχονται σε επαφή μαζί της.
Οι Δήμοι χρειαζόμαστε επιστημονικό τεχνικό προσωπικό και ειδικά οικονομικά κίνητρα σε αυτό, προκειμένου να στελεχωθούνοι υπηρεσίες δόμησης. Κι όχι να μεταφερθεί το προσωπικό μας στο Κτηματολόγιο.
Όσον αφορά τη γενίκευση κάποιων φαινομένων διαφθοράς και την πράγματι προβληματική λειτουργία κάποιων μεμονωμένων υπηρεσιών δόμησης, αυτή είναι άδικη γιατί τέτοια φαινόμενα δεν υφίστανται σε όλες τις ΥΔΟΜ. Ούτε μπορούμε να ξεχάσουμε πόσο χειρότερα ήταν τα πράγματα με τη διαφθορά, όταν οι Πολεοδομίες δεν ήταν στους Δήμους, αλλά στο κράτος. Ακόμη αγγίξαμε, μελετήσαμε, ερευνήσαμε και επίσημα παρουσιάσαμε τη μελέτη για την παραβατικότητα και εγκληματικότητα των νέων.»
Δίνοντας μία εικόνα των εργασιών του τριήμερου συνεδρίου, είπε πως κατά τη διάρκεια των τριήμερων εργασιών του Συνεδρίου μας θα αναδειχθούν μέσα από τις θεματικές συνεδρίες όλα τα μεγάλα θέματα που μας απασχολούν. Από την πολιτική προστασία και την απασχόληση, μέχρι το τοπικό κοινωνικό κράτος και τα ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης.
Θα επιδιώξουμε να εκδοθεί ένα συναινετικό ομόφωνο ψήφισμα μεταξύ όλων των παρατάξεων που συμμετέχουν, προκειμένου η Αυτοδιοίκηση να στείλει ένα ισχυρό μήνυμα ενότητας κι αποφασιστικότητας στη διεκδίκηση και υλοποίηση πολιτικών, που θα καταστήσουν τους Δήμους και τις τοπικές μας κοινωνίες πιο δυνατές. Δύναμή μας η Ενότητά μας. Μόνο έτσι μπορούμε να πετύχουμε.
Μετά το πέρας του Συνεδρίου, θα ενημερώσουμε ξανά την Κυβέρνηση και τα κόμματα στη Βουλή. Θα παραστούμε και θα παρέμβουμε στη διαδικασία του Κρατικού Προϋπολογισμού πριν την ψήφισή του.
Αν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματά μας θα προβούμε σε έντονες διαμαρτυρίες (συγκέντρωση στη Βουλή κλπ). Προειδοποιούμε ότι δεν πρόκειται να κάνουμε πίσω γιατί τα αιτήματά μας είναι δίκαια.
Κλείνοντας την ομιλία του, ο πρόεδρος της Ένωσης των δήμων υπενθύμισε ότι σε λίγες εβδομάδες, με τον ερχομό του 2027, θα συμπληρωθούν 100 χρόνια από την ίδρυση της ΚΕΔΕ, την οποία χαρακτήρισε επέτειο ορόσημο στην πολιτική ιστορία της χώρας , για έναν θεσμό που προϋπήρχε της δημιουργίας του σύγχρονου ελληνικού κράτους.






