Θεσμικές παρεμβάσεις και ανοιχτά μέτωπα στον νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης

Στο επίκεντρο της σημερινής συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας βρέθηκε ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με τα στελέχη της αυτοδιοίκησης να εξετάζουν αναλυτικά τις προβλέψεις του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών, παρουσία του Υπουργού Εσωτερικών Θεόδωρος Λιβάνιος.
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε ενώ το σχέδιο νόμου βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση έως τις 4 Ιουνίου 2026, με την ΚΕΔΕ να καταθέτει σειρά παρατηρήσεων και προτάσεων, κυρίως σε ζητήματα αρμοδιοτήτων, θεσμικής λειτουργίας και οικονομικής αυτοτέλειας των Δήμων.

Ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ Λάζαρος Κυρίζογλου χαρακτήρισε τον νέο Κώδικα «θετικό βήμα», σημειώνοντας πως σημαντικός αριθμός προτάσεων της αυτοδιοίκησης έχει ήδη ενσωματωθεί στο τελικό σχέδιο. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι εξακολουθούν να παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα που αφορούν την πλήρη διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των Δήμων, συνδέοντας τη συζήτηση με τη διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης.
«Ο νέος Κώδικας δεν είναι το τέλος της διαδρομής. Είναι όμως ένα σημαντικό βήμα για να διεκδικήσουμε τις αναγκαίες αλλαγές που θα κατοχυρώσουν ουσιαστικά την πλήρη Διοικητική και Οικονομική Αυτοτέλεια των Δήμων», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Κυρίζογλου.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις θετικές διατάξεις που περιλαμβάνονται στο σχέδιο νόμου, όπως η πλήρης κύρωση του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, η ενσωμάτωση του πρόσθετου πρωτοκόλλου για τη συμμετοχή των πολιτών στις υποθέσεις των ΟΤΑ και η θεσμική προστασία της δημοτικής περιουσίας.
Την ίδια ώρα, η ΚΕΔΕ συνεχίζει να διεκδικεί αλλαγές σε θέματα που αφορούν τα ασυμβίβαστα και τα κωλύματα, τη λειτουργία των παρατάξεων και των Δημοτικών Συμβουλίων, αλλά και τη μεταφορά της ευθύνης λειτουργίας των λαϊκών αγορών Αττικής και Θεσσαλονίκης στους Δήμους.
Από την πλευρά του, ο κ. Λιβάνιος υποστήριξε ότι ο νέος Κώδικας αποτελεί προϊόν πολυετούς διαβούλευσης, με στόχο τη μείωση της γραφειοκρατίας, την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των Δήμων και τη βελτίωση της οικονομικής τους λειτουργίας, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορετικές ανάγκες μεγάλων, ορεινών και νησιωτικών δήμων.








