Το Υπουργείο Πολιτισμού, διά της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών, προχωρά στη συντήρηση, αποκατάσταση και ανάδειξη των κτηριακών καταλοίπων του Μεντρεσέ των Αθηνών, ιστορικού διατηρητέου μνημείου, καθώς και τμημάτων του υστερορωμαϊκού τείχους και των λοιπών ερειπίων, που διασώζονται στο ίδιο ακίνητο, με στόχο τη δημιουργία ενός οργανωμένου και επισκέψιμου αρχαιολογικού χώρου στην καρδιά του ιστορικού κέντρου της Αθήνας.

Τα ερείπια του συγκροτήματος του Μεντρεσέ βρίσκονται επί των οδών Αιόλου και Πελοπίδα, στην Πλάκα, πλησίον της Ρωμαϊκής Αγοράς. Ο Μεντρεσές ανεγέρθηκε το 1721 από τον Μεχμέτ Φαχρή και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα οθωμανικής αρχιτεκτονικής του 18ου αιώνα. Λειτούργησε ως ιεροδιδασκαλείο έως την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Μετά την απελευθέρωση το συγκρότημα δέχθηκε ευρείες επεμβάσεις, που αλλοίωσαν την εικόνα του. Κατά τη μετατροπή του σε φυλακή προστέθηκαν, περί τα έτη 1837-1850, νέοι χώροι και όροφος στην ανατολική πτέρυγα. Ως φυλακή λειτούργησε περίπου έως το 1896. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το ανατολικό τμήμα του πωλήθηκε ως ανεξάρτητο και στη θέση του ανεγέρθηκε η οικία Λασάνη, που σήμερα φιλοξενεί το Μουσείο Λαϊκών Μουσικών Οργάνων. Το δυτικό του τμήμα ανασκάφηκε μερικώς το 1914, οπότε κατεδαφίστηκαν αρκετά τμήματα του Μεντρεσέ. Η ανασκαφή αποκάλυψε τμήμα του υστερορωμαϊκού τείχους στα βόρεια του χώρου, με το οποίο συνδέεται και κάθετο σκέλος που διασχίζει κατά τον άξονα βορρά-νότου το διαμορφωμένο ακίνητο. Σήμερα σώζονται τμήματα του συγκροτήματος και ο χώρος χρησιμοποιείται ως αποθηκευτικός για τη στέγαση ενεπίγραφου και αρχιτεκτονικού υλικού από τις ανασκαφές της Ρωμαϊκής Αγοράς.

Το συγκρότημα, ως αξιόλογο δείγμα αρχιτεκτονικής της Οθωμανικής περιόδου, εμφανίζει σήμερα εικόνα εγκατάλειψης, καθώς δεν έχουν αντιμετωπιστεί τα δομικά προβλήματα και οι εκτεταμένες οικοδομικές βλάβες που παρουσιάζει. Επίσης, εντοπίζονται ζητήματα που συνδέονται με το να καταστεί ο χώρος λειτουργικός και επισκέψιμος. Η ανάδειξη της αρχιτεκτονικής του συγκροτήματος δυσχεραίνεται, επίσης, από τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε ο χώρος μετά την κατεδάφιση του σημαντικότερου μέρους του, καθώς δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή η αρχική μορφή του. Την εικόνα αυτή επιβαρύνουν περαιτέρω η παρουσία πρόχειρων στεγάστρων και η συγκέντρωση διάφορων αρχιτεκτονικών μελών και άλλων ευρημάτων στον χώρο. Στη σημερινή του κατάσταση, το συγκρότημα δεν μπορεί και για λόγους ασφαλείας να αποδοθεί ως επισκέψιμος χώρος, ενώ και η πρόσβαση των ΑμεΑ στον χώρο είναι αδύνατη.

Το έργο περιλαμβάνει ένα συνεκτικό πρόγραμμα επεμβάσεων:

—Εργασίες στερέωσης και συντήρησης των ερειπίων, με στόχο την προστασία των δομικών στοιχείων και την αναστολή της φθοράς των υλικών.

—Αποκατάσταση επιλεγμένων τμημάτων, όπως το διατηρούμενο κελί και η μνημειώδης πύλη που υπήρχε στο σημείο, τον 19ο αιώνα, με σεβασμό στα ιστορικά δεδομένα και τα αυθεντικά υλικά.

—Διαμόρφωση του χώρου σε επισκέψιμο αρχαιολογικό σύνολο, με διαδρομές περιήγησης (άνω επίπεδο, ερείπια στοάς, χώρο προσευχής, κατάλοιπα υστερορωμαϊκού τείχους), σημεία θέασης των ερειπίων του χαμηλότερου επιπέδου και ενημερωτική σήμανση.

—Εξασφάλιση της προσβασιμότητας για άτομα με αναπηρία, με κατάλληλες υποδομές και ήπιες επεμβάσεις στο ανάγλυφο του χώρου. Η κυκλοφορία των εμποδιζομένων ατόμων θα είναι δυνατή σε όλο το χαμηλότερο επίπεδο του μνημείου, μέσω της δημιουργίας κεκλιμένων επιπέδων σε σημεία όπου υπάρχει μικρή υψομετρική διαφορά.

—Ανάδειξη της αρχικής μορφής και λειτουργίας του συγκροτήματος, μέσω αρχαιολογικών καθαρισμών, μερικών αναδομήσεων και κατάλληλων διαστρώσεων των δαπέδων.

—Απομάκρυνση μεταγενέστερων προσθηκών και στοιχείων που δυσχεραίνουν την κατανόηση του μνημείου.