Αυξημένη η χρηματοδότηση, μικρή η απορρόφηση για τους δήμους

Την αύξηση της τακτικής χρηματοδότησης των δήμων, καθώς και τη διάθεση ενός ακόμη αναπτυξιακού πακέτου, ύψους 15,5 δισ. ευρώ για έργα προανήγγειλε ο Γενικός Γραμματέας Αυτοδιοίκησης και Αποκέντρωσης του Υπουργείου Εσωτερικών, Σάββας Χιονίδης, ο οποίος για μία ακόμη φορά έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου αναφορικά με τα χαμηλά ποσοστά απορρόφησης πόρων από τους ΟΤΑ πρώτου βαθμού.
Μιλώντας για τους ΚΑΠ και το πάγιο αίτημα των δήμων για αύξηση της τακτικής χρηματοδότησης, ο ΓΓ, του ΥΠΕΣ επανέλαβε ότι οι Δήμοι διαθέτουν σήμερα περισσότερους πόρους σε σχέση με το παρελθόν, καθώς και ότι οι πόροι έχουν αυξηθεί κατά 1,75 δισ. ευρώ σε 2,9 δισ. ευρώ ετησίως, στα 2.9 δισ ευρώ. Σε πρόσφατη συνέντευξή του είχε προσδιορίσει αντίστοιχα την αύξηση από περίπου 1,8 δισ. ευρώ το 2019 σε περίπου 2,9 δισ. ευρώ σήμερα.
Τονίζοντας ότι και οι διαθέσιμοι αναπτυξιακοί πόροι για έργα υποδομής των Δήμων ανέρχονται συνολικά σε περίπου 15,5 δισ. Ευρώ, ο Σ. Χιονίδης εμφανίστηκε επιφυλακτικός για το αν οι δήμοι έχουν τη δυνατότητα να μετατρέψουν τους διαθέσιμους πόρους σε ώριμα, συμβασιοποιημένα και ολοκληρωμένα έργα.
Και αυτό, διότι παρά τις ενισχυμένες χρηματοδοτήσεις, οι καθυστερήσεις που καταγράφονται στην ωρίμανση και εκτέλεση των έργων οδήγησαν στην παράταση των σχετικών προθεσμιών έως το 2028, ώστε να δοθεί περισσότερος χρόνος στους Δήμους να ολοκληρώσουν τις διαδικασίες μελετών, δημοπράτησης, συμβασιοποίησης και κατασκευής των έργων.
Πάντως, παραδέχτηκε ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχει αποκτήσει πλέον μεγαλύτερη εμπειρία στη διαχείριση χρηματοδοτικών εργαλείων, αν και οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των Δήμων παραμένουν σημαντικές.
Σύμφωνα με τον γγ του Υπουργείου, το πρόβλημα της αδυναμίας απορρόφησης των διαθέσιμων πόρων και την γρήγορη πρόοδο των έργων, έγκειται αφενός στον τρόπο κατανομής των χρηματοδοτήσεων, δεδομένου ότι άλλαξε το μοντέλο ιεράρχησης των δράσεων.
Συγκεκριμένα, σε κάθε Δήμο προσδιορίστηκε συγκεκριμένο χρηματοδοτικό περιθώριο, με την ευθύνη της τοπικής αρχής να επιλέξει και να ιεραρχήσει τις παρεμβάσεις που θεωρεί περισσότερο αναγκαίες.
Με αυτό τον τρόπο επιχειρήθηκε να εξασφαλιστεί ότι ακόμη και Δήμοι με μικρότερη διοικητική δυνατότητα δεν θα αποκλείονταν εξαρχής από τη χρηματοδότηση επειδή δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν μεγαλύτερους και καλύτερα στελεχωμένους ΟΤΑ.
Στον αντίποδα, όταν ένας Δήμος καθυστερεί στην προετοιμασία των μελετών και των φακέλων του, καθυστερεί αντίστοιχα και η αξιοποίηση των πόρων που έχουν προβλεφθεί για αυτόν.
Επίσης, καθοριστικός παράγοντας παραμένει η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού στις υπηρεσίες των Δήμων.
Μηχανικοί, τοπογράφοι, οικονομολόγοι και στελέχη με εμπειρία στην προετοιμασία και παρακολούθηση συγχρηματοδοτούμενων έργων είναι απαραίτητα για την ωρίμανση μιας επένδυσης.
Το πρόβλημα εμφανίζεται εντονότερα στους μικρούς, ορεινούς και νησιωτικούς Δήμους, όπου οι τεχνικές υπηρεσίες είναι συχνά οριακά στελεχωμένες ή καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα μεγάλο αριθμό διαφορετικών αρμοδιοτήτων.
Σε κάθε περίπτωση, το Υπουργείο Εσωτερικών παρακολουθεί την πορεία των έργων και δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στους Δήμους που παρουσιάζουν αυξημένη διοικητική ετοιμότητα και υψηλούς ρυθμούς απορρόφησης.
Αυτό σημαίνει ότι οι Δήμοι που μπορούν να αποδείξουν στην πράξη πως αξιοποιούν έγκαιρα τους διαθέσιμους πόρους και ολοκληρώνουν έργα αποκτούν ισχυρότερο επιχείρημα για πρόσθετη χρηματοδότηση νέων παρεμβάσεων.
Με βάση τα στοιχεία που δείχνουν ότι το οικονομικό περιβάλλον των Δήμων έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, το ζητούμενο είναι πλέον αν οι διαθέσιμοι πόροι θα μπορέσουν να μετατραπούν εγκαίρως σε έργα.
Για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, αυτό σημαίνει ότι περνά από τη διεκδίκηση χρηματοδοτήσεων στην ικανότητα αξιοποίησής τους.







