Δίνοντας το όνομά του στο δρόμου που βρίσκεται δίπλα στον Παιδικό Σταθμό του Ιδρύματος Κουρτέση, τίμησε τον πατέρα, Σπυρίδωνα Παπαποστόλου, που χάθηκε στο Μάτι, ο δήμος Χαλανδρίου.

Με αφορμή τα οκτώ χρόνια από την φονικότερη πυρκαγιά που έπληξε τη χώρα, αφήνοντας πίσω τη 104 νεκρούς, με εισήγηση του δημάρχου, Σίμου Ρούσσου, το δημοτικό συμβούλιο της πόλης αποφάσισε ομόφωνα να δοθεί στο δρόμο το όνομα του κληρικού.

Σύμφωνα με το δήμαρχο, πρόκειται για μια συμβολική πράξη μνήμης, οκτώ χρόνια από τον άδικο χαμό του στην ανείπωτη τραγωδία στο Μάτι, και ταυτόχρονα ως ένας ελάχιστος οφειλόμενος φόρος τιμής στην προσφορά του στους ανθρώπους της πόλης.

«Είναι το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε στη μνήμη ενός ανθρώπου ο οποίος επί δεκαετίες διακόνησε και το ποίμνιό του αλλά και την πόλη, με εξαιρετική συνέπεια και ευαισθησία», είπε ο δήμαρχος.

Όπως σημείωσε, η ονοματοδοσία αυτή έχει μια ακόμα συμβολική σημασία, δεδομένου ότι είναι η πρώτη που γίνεται στην προς ένταξη περιοχή «Πεύκο Πολίτη – Ζώνη Δουκίσσης Πλακεντίας». Δεδομένου ότι είμαστε λίγο πριν από την κύρωση της Πράξης Εφαρμογής, εκλείπουν οι λόγοι που μας εμπόδισαν τα προηγούμενα χρόνια να προχωρήσουμε στην ονοματοδοσία. Νομίζω ότι έχει ιδιαίτερη σημασία ότι ο πρώτος δρόμος στον οποίο γίνεται ονοματοδοσία στην περιοχή, είναι ο δρόμος που θα φέρει το όνομα του παπά Σπύρου».

Ο π. Σπυρίδων Παπαποστόλου ήταν έγγαμος και πατέρας δύο παιδιών.

Από το 1968 διακόνησε με συνέπεια, ήθος και ανιδιοτέλεια το λαό του Χαλανδρίου. Ανέπτυξε πρωτοποριακές κοινωνικές και φιλανθρωπικές δράσεις, στήριξε εκατοντάδες οικογένειες που αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες, βρέθηκε δίπλα σε νέους ανθρώπους, σε ηλικιωμένους, σε ανθρώπους με προβλήματα εξάρτησης και σε κάθε συμπολίτη που είχε ανάγκη πνευματικής και κοινωνικής συμπαράστασης.

Επί της προεδρίας του το Ίδρυμα Κουρτέση φιλοξένησε δωρεάν ως παιδικός σταθμός τα παιδιά άπορων οικογενειών της πόλης, και αυτός ήταν ο λόγος που η ονοματοδοσία έγινε σε δρόμο δίπλα στο Ίδρυμα. Υπήρξε για πολλά χρόνια πρόεδρος του ιδρύματος Ζήση και του Σώματος Εθελοντών, θεωρώντας ότι η ιερατική ιδιότητα θα πρέπει να είναι συνυφασμένη με το εθελοντικό έργο.