Νέος Κώδικας Αυτοδιοίκησης: Τι ισχύει για τις ανεξαρτητοποιήσεις
Σε δημόσια διαβούλευση βρίσκεται ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών, ο οποίος επιχειρεί να κωδικοποιήσει και να αναμορφώσει συνολικά το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας Δήμων και Περιφερειών. Η διαβούλευση στην πλατφόρμα του ΥΠΕΣ ολοκληρώνεται στις 4 Ιουνίου 2026, με αρκετές από τις προτεινόμενες διατάξεις να προκαλούν ήδη συζητήσεις στους αυτοδιοικητικούς κύκλους, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις ανεξαρτητοποιήσεις και τη λειτουργία των παρατάξεων.
Κεντρικό σημείο αποτελεί το Άρθρο 116, το οποίο αποσαφηνίζει το καθεστώς ανεξαρτητοποίησης και διαγραφής δημοτικών και περιφερειακών συμβούλων, αλλά και τις συνέπειες που αυτές επιφέρουν στη συμμετοχή τους σε όργανα διοίκησης.
Στο σχέδιο του νέου Κώδικα επισημαίνεται ότι: «Οι δημοτικοί και, αντίστοιχα, οι περιφερειακοί σύμβουλοι έχουν απεριόριστο το δικαίωμα γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση», ενώ προβλέπεται ότι κάθε σύμβουλος μπορεί, με γραπτή δήλωσή του προς το προεδρείο, να ανεξαρτητοποιηθεί από την παράταξη στην οποία ανήκει. Όπως διευκρινίζεται, «η δήλωση ανεξαρτητοποίησης δεν ανακαλείται».
Αντίστοιχα, προβλέπεται και η δυνατότητα διαγραφής συμβούλου από την παράταξή του, με απόφαση του επικεφαλής, η οποία επίσης «δεν ανακαλείται».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι προβλέψεις για τα αξιώματα ευθύνης. Ο νέος Κώδικας ορίζει ξεκάθαρα ότι: «Ο αντιδήμαρχος είναι δημοτικός σύμβουλος που ανήκει στην παράταξη του δημάρχου» και πως «σε περίπτωση ανεξαρτητοποίησης ή διαγραφής του από την παράταξη του δημάρχου, εκπίπτει αυτοδικαίως από το αξίωμα του αντιδημάρχου».
Αντίστοιχη είναι η πρόβλεψη και για τις Περιφέρειες, καθώς αναφέρεται ότι ο αντιπεριφερειάρχης ή ο αναπληρωτής περιφερειάρχης, εφόσον ανεξαρτητοποιηθεί ή διαγραφεί από την παράταξη του περιφερειάρχη, «εκπίπτει αυτοδικαίως από το αξίωμα».
Παράλληλα, το σχέδιο νόμου βάζει φραγμό στη διατήρηση θέσεων ευθύνης από ανεξάρτητους ή διαγραφέντες συμβούλους. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι όποιος ανεξαρτητοποιηθεί ή διαγραφεί «δεν μπορεί να εξακολουθήσει να είναι μέλος του προεδρείου ή της δημοτικής και, αντίστοιχα, της περιφερειακής επιτροπής ή των άλλων αποφασιστικών επιτροπών», εφόσον η θέση αυτή αποκτήθηκε μέσω της παράταξης από την οποία αποχώρησε.
Ο νέος Κώδικας διατηρεί επίσης απαγόρευση μετακίνησης σε άλλη υφιστάμενη παράταξη, καθώς προβλέπεται ότι το μέλος που ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε «δεν μπορεί να ενταχθεί σε άλλη υφιστάμενη παράταξη».
Ωστόσο, εισάγεται η δυνατότητα συγκρότησης νέας παράταξης μειοψηφίας, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Όπως ορίζεται, διαγραφέντες ή ανεξάρτητοι σύμβουλοι μπορούν να συγκροτήσουν νέα παράταξη, εφόσον τα μέλη της ξεπερνούν το «ένα τέταρτο (1/4) του συνολικού αριθμού μελών του συμβουλίου». Το σχέδιο διευκρινίζει μάλιστα ότι η νέα αυτή παράταξη «δεν μπορεί, καθ’ όλη τη διάρκεια της δημοτικής και περιφερειακής περιόδου, να καταστεί παράταξη της πλειοψηφίας», ακόμη κι αν αριθμητικά υπερτερεί της παράταξης δημάρχου ή περιφερειάρχη.





