Σε σαφείς διευκρινίσεις προχώρησε ο Δήμος Ελληνικού – Αργυρούπολης, με αφορμή ανακοίνωση της Ένωσης Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων, σχετικά με περιστατικό που προκάλεσε ανησυχία στη σχολική κοινότητα.

Όπως επισημαίνεται από τη δημοτική αρχή, «η Ένωση αποτελεί έναν θεσμικό συνομιλητή του Δήμου και σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητείται ο ρόλος της στην ανάδειξη ζητημάτων που αφορούν τη σχολική κοινότητα». Ωστόσο, τονίζεται ότι «οι τοποθετήσεις της δεν εκφράζουν το σύνολο των γονέων της πόλης, αλλά συγκεκριμένες μειοψηφικές φωνές».

Ο Δήμος αφήνει αιχμές για τη στάση που τηρείται, σημειώνοντας πως «σε αρκετές περιπτώσεις, οι παρεμβάσεις αυτές κινούνται περισσότερο στη λογική πολιτικής τοποθέτησης και λιγότερο στην αντικειμενική αποτύπωση της πραγματικότητας», ενώ κάνει λόγο για καλλιέργεια ανησυχίας χωρίς τεκμηρίωση.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο επίμαχο περιστατικό, με τη δημοτική αρχή να ξεκαθαρίζει ότι «τα επίσημα στοιχεία – εκθέσεις εκπαιδευτικών, έλεγχοι ηλεκτρολόγων, καθώς και τα ιατρικά δεδομένα – είναι απολύτως σαφή και δεν επιβεβαιώνουν ισχυρισμούς περί ηλεκτροπληξίας». Μάλιστα, όπως υπογραμμίζεται, «δεν προκύπτει από το εξιτήριο του νοσοκομείου […] οποιαδήποτε διάγνωση που να παραπέμπει σε πρόκληση βλάβης από ηλεκτρικό ρεύμα», κάτι που επιβεβαιώθηκε και από τον διασώστη του ΕΚΑΒ.

Σε υψηλούς τόνους, ο Δήμος σημειώνει ότι «η επιμονή στην αναπαραγωγή υπερβολών […] γεννά εύλογα ερωτήματα ως προς τα κίνητρα και τον σκοπό αυτής της στάσης», υπογραμμίζοντας ότι τέτοιες πρακτικές «υπονομεύουν τον ουσιαστικό διάλογο».

Παράλληλα, γίνεται λόγος για εσωτερικές διαφοροποιήσεις εντός της Ένωσης, καθώς – σύμφωνα με την ανακοίνωση – «τρεις έχουν διαχωρίσει τη θέση τους», ενώ γίνεται αναφορά και σε «συκοφάντηση και δήθεν αγωνιστικότητα».

Κλείνοντας, ο Δήμος Ελληνικού – Αργυρούπολης διαμηνύει ότι παραμένει προσηλωμένος στη συνεργασία με τη σχολική κοινότητα, «στη βάση τεκμηριωμένων στοιχείων και υπεύθυνης ενημέρωσης», επισημαίνοντας ότι «η ασφάλεια των μαθητών αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα».

Τέλος, τονίζεται πως ο δημόσιος διάλογος για ζητήματα που αφορούν τα σχολεία «οφείλει να χαρακτηρίζεται από υπευθυνότητα, ακρίβεια και σεβασμό στην αλήθεια, χωρίς υπερβολές που δημιουργούν αδικαιολόγητη ανησυχία».