Σοβαρές ελλείψεις, ανεπάρκειες και αδυναμίες διαπιστώνει και καταλογίζει για μία ακόμη φορά στους δήμους το Ελεγκτικό Συνέδριο, στέλνοντας σαφές μήνυμα στους φορείς της πρωτοβάθμιας Αυτοδιοίκησης ότι η τυπική συμμόρφωση με τη νομοθεσία δεν αρκεί.

Συγκεκριμένα, στην ετήσια έκθεση του για το 2025, το Ε.Σ. επισημαίνει προβλήματα αναφορικά με τη διαχείριση των δημοσίων πόρων, την εκτέλεση των έργων και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών ελέγχου.

Σημαντικά ζητήματα γα τους δήμους εξακολουθούν να παραμένουν, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις, η διαδικασία απευθείας αναθέσεων, οι λειτουργία των υπηρεσιών εσωτερικού ελέγχου, η συγκέντρωση συμβάσεων σε περιορισμένο αριθμό αναδόχων, οι ελλείψεις στην επίβλεψη των δημοσίων έργων, η χαμηλή συμμόρφωση των Δήμων με τις συστάσεις για το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας, αλλά και οι αδυναμίες ελέγχου των παραχωρήσεων αιγιαλού και παραλίας.

Στο πλαίσιο αυτό, η έκθεση αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα στη δημόσια διοίκηση: η ύπαρξη διαδικασιών, συμβάσεων και ελεγκτικών μηχανισμών δεν εξασφαλίζει από μόνη της ούτε την αποτελεσματική λειτουργία τους ούτε την προστασία του δημόσιου χρήματος.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο αναφέρει ρητά ότι η πλειονότητα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου των ΟΤΑ Α΄ και Β΄ βαθμού εξακολουθεί, και μάλιστα σε ποσοστό που φτάνει ως και το 65%, στηρίζεται σε εξωτερικούς συνεργάτες, είτε για την υποστήριξη των υπηρεσιών της είτε για την πλήρη ανάθεση της λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου.

Επίσης, το ότι το 90% των φορέων επέλεξε τη διαδικασία της απευθείας ανάθεσης, με το 85% της συνολικής αξίας των συμβάσεων, περίπου 7,6 εκατ. ευρώ, να έχει ανατεθεί με απευθείας ανάθεση, ενώ το 65,5% του πλήθους και της αξίας των συμβάσεων συγκεντρώθηκε σε μόλις οκτώ αναδόχους, οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την επικράτεια.

Διευκρινίζεται πως τα ποσοστά αυτά δεν αφορούν αποκλειστικά τους Δήμους, αλλά το σύνολο των φορέων που εξετάστηκαν στο συγκεκριμένο αντικείμενο.

Ωστόσο, η ρητή αναφορά της έκθεσης στην εξάρτηση των δημοτικών Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου από εξωτερικούς συνεργάτες καθιστά τα ευρήματα ιδιαίτερα σημαντικά για την Αυτοδιοίκηση.

Χρησιμοποιώντας τον όρο «φασόν», η έκθεση επισημαίνει ότι η υψηλή συγκέντρωση των συμβάσεων σε περιορισμένο αριθμό αναδόχων δημιουργεί τον κίνδυνο να χρησιμοποιούνται τα ίδια πρότυπα ελέγχου σε διαφορετικούς φορείς, χωρίς να προσαρμόζονται στις ιδιαίτερες ανάγκες, τις διαδικασίες και τους δημοσιονομικούς κινδύνους καθενός.

Παράλληλα, αξιοσημείωτη είναι η διαπίστωση ότι σε σύνολο 152 εκθέσεων εξωτερικών συνεργατών δεν διατυπώθηκε καμία αρνητική γνώμη για τη συνολική επάρκεια των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου, χωρίς ολοκληρωμένη αποτύπωση διαδικασιών, κινδύνων και δικλίδων ή χωρίς ορισμό των δημοσιονομικώς υπευθύνων.

Για το λόγο αυτό, το Ελεγκτικό Συνέδριο θέτει έτσι ζήτημα επάρκειας των μηχανισμών που παρακολουθούν και αξιολογούν το έργο των εξωτερικών αναδόχων.

Όπως καταγράφεται, μόλις το 19% των δημόσιων φορέων πληροί τα κριτήρια λειτουργικής ολοκλήρωσης, με την συνολική εικόνα να χαρακτηρίζεται από σημαντικές λειτουργικές αδυναμίες.

Ιδιαίτερη αξία έχει και η διαπίστωση ότι σε αρκετές περιπτώσεις η καταγραφή των διαδικασιών βασίζεται σε έτοιμα πρότυπα άλλων οργανισμών, χωρίς πραγματική προσαρμογή στον φορέα.

Με άλλα λόγια, τα ετήσια προγράμματα ελέγχου συχνά δεν συνδέονται με τις στρατηγικές προτεραιότητες ή την αξιολόγηση των κινδύνων, ενώ σημαντικό μέρος των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου δεν ασκεί επαρκώς αρμοδιότητες σχετικές με την εκτέλεση των προϋπολογισμών και την αξιοπιστία των οικονομικών αναφορών.

Παρόμοια είναι κατά προβλήματα που καταγράφονται αναφορικά με τον έλεγχο του Απολογισμού και Ισολογισμού της Κεντρικής Διοίκησης, με συνήθη πρακτική την ευρεία χρήση εξαιρετικών διαδικασιών ανάθεσης, όπως η διαπραγμάτευση χωρίς δημοσίευση προκήρυξης και η απευθείας ανάθεση.

Εντοπίστηκαν επίσης ασυμφωνίες μεταξύ των στοιχείων των δημόσιων συμβάσεων που τηρούνται στα εσωτερικά μητρώα των φορέων και εκείνων που καταχωρίζονται στο ΚΗΜΔΗΣ.

Αν και τα συγκεκριμένα ποσοστά αφορούν ευρήματα από τον έλεγχο της Κεντρικής Διοίκησης και δεν μπορούν να αποδοθούν στους Δήμους, η διασφάλιση πραγματικού ανταγωνισμού, η τεκμηρίωση της εκτιμώμενης αξίας των προμηθειών και η αξιοπιστία των καταχωρίσεων στο ΚΗΜΔΗΣ είναι ζητήματα που αφορούν και τις δημοτικές αναθέτουσες αρχές.

Κατά την κρίση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο περιορισμός της δυνατότητας των οικονομικών φορέων να στηρίζονται στις ικανότητες τρίτων μπορεί να επιβάλλεται μόνο για συγκεκριμένα κρίσιμα καθήκοντα, εφόσον αιτιολογείται επαρκώς.

Συμπερασματικά, το Ελεγκτικό Συνέδριο διαπιστώνει ότι:

Δεν πραγματοποιείται κατά κανόνα ουσιαστική αξιολόγηση σκοπιμότητας και βιωσιμότητας των έργων.

Η διαβούλευση με το κοινό δεν έχει ενσωματωθεί σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα προγραμματισμού.

Δεν προγραμματίζονται συστηματικά συντηρήσεις και τακτικές επιθεωρήσεις.

Οι παρεμβάσεις πραγματοποιούνται συχνά μετά από καταγγελίες χρηστών ή έκτακτες βλάβες.

Δεν θεσπίζονται επαρκείς δείκτες απόδοσης για την αξιολόγηση των έργων.

Κατά την εκπόνηση των μελετών δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη ακραία καιρικά φαινόμενα και άλλοι περιβαλλοντικοί ή γεωτεχνικοί κίνδυνοι.

Υποστελεχωμένες τεχνικές υπηρεσίες και ελλείψεις στην επίβλεψη