Συναγερμός από τον ΟΗΕ για την άνοδο της στάθμης της θάλασσας
Σε άμεσες δραστικές παρεμβάσεις πρέπει να προβούν οι παράκτιοι δήμοι της χώρας, προκειμένου να ανταποκριθούν στις ανάγκες που δημιουργεί η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, η οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ έχει ανέβει από το 1993, σχεδόν 11 εκατοστά.
Το καμπανάκι του επερχόμενου κινδύνου χτύπησε στην πρόσφατη Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, όπου τα στοιχεία φανερώνουν το μέγεθος του προβλήματος και την απαίτηση ανασχεδιασμού των πρωτοκόλλων Πολιτικής Προστασίας.
Το θέμα έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, λόγω της εκτεταμένης ακτογραμμής και των εκατοντάδων νησιών, με τις τοπικές Αρχές να πρέπει να αναθεωρήσουν τις μελέτες τους για τον χωρικό σχεδιασμό, τις υποδομές, την πολιτική προστασία και τα σχέδια ανθεκτικότητας.
Με τους επιστήμονες να επισημαίνουν ότι η κατάσταση ανόδου της στάθμης της θάλασσας είναι μη αναστρέψιμη, σύμφωνα με τον ΓΓ του Οργανισμού, Αντόνιο Γκουτέρες, άμεσες θα είναι οι επιπτώσεις για περίπου 770 εκατομμύρια ανθρώπους που ζουν σε χαμηλά υψόμετρα.
Όσον αφορά στην Ελλάδα, στην επίσημη έκθεση της χώρας για την κλιματική αλλαγή καταγράφεται ότι περίπου 3.360 χιλιόμετρα ελληνικής ακτογραμμής, δηλαδή το 21% του συνόλου, παρουσιάζουν μέση έως υψηλή τρωτότητα στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας.
Η άνοδος αναμένεται να επηρεάσει υποδομές και κατασκευές κοντά στις ακτές, αλλά και έναν από τους σημαντικότερους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, τον τουρισμό.
Μάλιστα, οι νεότερες κλιματικές εκτιμήσεις που έχει παρουσιάσει η Επιτροπή Μελέτης Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής της Τράπεζας της Ελλάδος είναι ενδεικτικές, αναφέροντας πως, έως τα μέσα του αιώνα η στάθμη της θάλασσας στην Ελλάδα αναμένεται να αυξηθεί κατά 15 έως 20 εκατοστά, ενώ μέχρι το τέλος του αιώνα η αύξηση εκτιμάται μεταξύ 20 και 80 εκατοστών, ανάλογα με την εξέλιξη των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Όπως τονίζεται, η ελληνική ακτογραμμή αντιμετωπίζει ήδη σοβαρά προβλήματα διάβρωσης και ότι αυτά αναμένεται να ενταθούν λόγω της ανόδου της μέσης στάθμης της θάλασσας, των ακραίων κυματικών φαινομένων και άλλων μεταβολών που συνδέονται με το κλίμα και τις ανθρώπινες παρεμβάσεις.
Με αυτά τα δεδομένα και τους κινδύνους να είναι συνεχώς περισσότερο εμφανείς, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η νέα διακήρυξη για την Τοπική Αυτοδιοίκηση και κυρίως τους παράκτιους δήμους, τα λιμάνια, τις παράκτιες υποδομές, τις μεταφορές, τα δίκτυα συγκοινωνιών και τις τουριστικές εγκαταστάσεις.
Προ αυτής της κατάστασης, και για τους φορείς της τοπικής Αυτοδιοίκησης και στην Ελλάδα, απαιτείται ανασχεδιασμός του χωρικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, τα τεχνικά έργα, τις παραλιακές ζώνες, την πολιτική προστασία και τις νέες δημοτικές υποδομές.
Σε πρώτη φάση και με βάση τα μαθηματικά μοντέλα εξέλιξης του φαινομένου, οι φορείς της Αυτοδιοίκησης και των δύο βαθμών θα πρέπει να προωθήσουν:
λεπτομερή χαρτογράφηση των παράκτιων ζωνών που κινδυνεύουν από πλημμύρα και διάβρωση,
καταγραφή κρίσιμων δημοτικών και δημόσιων υποδομών που βρίσκονται σε ευάλωτες περιοχές,
ενσωμάτωση διαφορετικών σεναρίων ανόδου της στάθμης της θάλασσας στις τεχνικές μελέτες,
συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και επικαιροποιημένα σχέδια πολιτικής προστασίας,
προστασία λιμένων, παραλιακών δρόμων, δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης και λοιπών κρίσιμων εγκαταστάσεων,
αξιοποίηση έργων φυσικής προστασίας και λύσεων βασισμένων στη φύση όπου αυτό είναι τεχνικά εφικτό,
αποφυγή νέων παρεμβάσεων που αυξάνουν την έκθεση ανθρώπων και περιουσίας σε περιοχές υψηλού κινδύνου, σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά πρότυπα.


