Ιδιαίτερης σημασίας για τους δήμους και τις Δημοτικές Επιχειρήσεις ύδρευσης και Αποχέτευσης, είναι η έκδοση του  «Οδηγού Υποβολής, Εκπόνησης και Αξιολόγησης Γενικών Σχεδίων Υπηρεσιών Ύδατος (Γ.Σ.Υ.Υ.) και Ετήσιων Εκθέσεων Προγραμματισμού (Ε.Ε.Π.)» από τη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων.

Ενεργοποιώντας ένα νέο, πιο αυστηρό και δομημένο πλαίσιο στρατηγικού σχεδιασμού για τους παρόχους υπηρεσιών ύδατος της χώρας, η απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής, αποτελεί σημαντικό βήμα στην γενικότερη προσπάθεια για τη διαχείριση των υδάτινων πόρων.

Με την εισαγωγή ενός ενιαίου συστήματος προγραμματισμού, τεκμηρίωσης, αξιολόγησης και λογοδοσίας για τις υπηρεσίες ύδρευσης, αποχέτευσης και διαχείρισης υδατικών υποδομών, η απόφαση αποσκοπεί στην υιοθέτηση και εφαρμογή ενός μοντέλου ολοκληρωμένης διακυβέρνησης, αντικαθιστώντας τις μέχρι σήμερα αποσπασματικές πρακτικές.

Στο πλαίσιο αυτό, κάθε φορέας ύδατος καλείται να αποτυπώνει στρατηγικά τις ανάγκες, τις επενδύσεις, τις προτεραιότητες και τις επιδόσεις του, στη βάση λειτουργίας ενός πολυετούς οδικού χάρτη για κάθε πάροχο.

Οι πάροχοι, θα είναι πλέον υποχρεωμένοι να καταγράφουν την υφιστάμενη κατάσταση των υποδομών, την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, τις ανάγκες αναβάθμισης δικτύων, τη διαχείριση απωλειών νερού, την οικονομική βιωσιμότητα, την ενεργειακή αποδοτικότητα και την ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική κρίση.

Με βάση αυτά, οι Ετήσιες Εκθέσεις Προγραμματισμού μετατρέπονται σε εργαλείο παρακολούθησης της προόδου, εξειδικεύοντας ανά έτος τα έργα, τις δράσεις, τους δείκτες απόδοσης και τις χρηματοδοτικές ανάγκες.

Η απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής, έχει ιδιαίτερη σημασία για τις ΔΕΥΑ και τους δήμους που μέσω των τεχνικών τους υπηρεσιών διαχειρίζονται τους υδάτινους πόρους, καθώς εισάγει αυξημένες απαιτήσεις διοικητικής και τεχνικής επάρκειας.

Για τις ΔΕΥΑ, συνεπάγεται μεγαλύτερη πίεση για ψηφιακή οργάνωση, συστηματική συλλογή δεδομένων, επενδυτικό σχεδιασμό και συμμόρφωση με τις κανονιστικές απαιτήσεις, καθώς προβλέπεται ότι δεν θα περιορίζονται πλέον μόνο στη λειτουργική διαχείριση, αλλά θα πρέπει να αναπτύσσουν τεκμηριωμένα στρατηγικά σχέδια, με συγκεκριμένους δείκτες, χρονοδιαγράμματα και αξιολογήσιμους στόχους.

Η απόφαση επικεντρώνεται και σε θέματα διαφάνειας,  καθώς η αξιολόγηση των σχεδίων δεν θα είναι τυπική, αλλά θα συνδέεται με την αποτελεσματικότητα, τη βιωσιμότητα και την ποιότητα των υπηρεσιών προς πολίτες και επιχειρήσεις.

Με άλλα λόγια, η απόφαση έρχεται να ενισχύσει την έννοια του «ρυθμιζόμενου παρόχου ύδατος», εισάγοντας λογικές αντίστοιχες με αυτές που εφαρμόζονται ήδη σε ενέργεια και απορρίμματα και αφορά στους τομείς του προγραμματισμού, του ελέγχου και των δεικτών συμμόρφωσης.

Τέλος, το θέμα που γεννάται και σε αυτήν την περίπτωση, είναι οι διαθέσιμοι πόροι και το εξειδικευμένο προσωπικό για την ουσιαστική μετάβαση στο νέο καθεστώς.