Ενεργός ο ρόλος των ΟΤΑ στη διαχείριση φυσικών καταστροφών
Εκτενή αναφορά στην εμπλοκή και της αξιοποίηση του δυναμικού, των μέσων και των υποδομών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των δύο βαθμών στον ευρύτερο σχεδιασμό διαχείρισης φυσικών καταστροφών, έκανε από το βήμα της Βουλής ο υπουργός Πολιτικής Προστασίας και Κλιματικής Κρίσης.
Ο Γιάννης Κεφαλογιάννης, κατά την τοποθέτησή του στην Ολομέλεια της Βουλής, στη συζήτηση και ψήφιση του νομοσχεδίου «Ενεργή Μάχη», παρουσίασε την συνολική μεταρρύθμιση του εθνικού συστήματος πρόληψης, ετοιμότητας και απόκρισης έναντι δασικών πυρκαγιών και λοιπών φυσικών, τεχνολογικών και ανθρωπογενών καταστροφών.
Όπως υπογράμμισε, η διαχείριση των φυσικών καταστροφών «δεν είναι πολιτική μιας χρήσης, αλλά πολιτική διάρκειας.
Ένα σύστημα πολιτικής προστασίας μαθαίνει σωρευτικά, χτίζει μνήμη, ενσωματώνει εμπειρία». Τόνισε ότι στόχος του νομοσχεδίου είναι η διαμόρφωση ενός σταθερού, λειτουργικού και διαρκούς πλαισίου προστασίας της κοινωνίας, με θεσμική συνέχεια και επιχειρησιακή συνέπεια.
Στην τοποθέτησή του ανέδειξε ότι με το νέο πλαίσιο θεσμοθετείται για πρώτη φορά ένα ολοκληρωμένο Σύστημα Διοίκησης Συμβάντων, με σαφείς κανόνες εμπλοκής, στοιχείο διοίκησης στο πεδίο, επιχειρησιακά και περιφερειακά κέντρα διαχείρισης κρίσεων, «ώστε να περάσουμε από τον κατακερματισμό στη διαλειτουργικότητα, από τον αυτοσχεδιασμό στη διαδικασία, από τη συγκυριακή αντίδραση σε ένα σύστημα που μαθαίνει και εξελίσσεται».
Όπως σημείωσε, η ύπαρξη κοινής επιχειρησιακής γλώσσας και σαφούς κατανομής ρόλων μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων φορέων αποτελεί προϋπόθεση αξιοπιστίας του κράτους στα μάτια των πολιτών.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε επίσης στο Δεκαετές Στρατηγικό Σχέδιο Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Δασικών Πυρκαγιών, το οποίο εισάγει μακροπρόθεσμο σχεδιασμό με μετρήσιμους στόχους πρόληψης, ανάλυση κινδύνου ανά Περιφέρεια και Δήμο, δεδομένου ότι το σχέδιο θα εξειδικευθεί σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.
Επιπλέον, με στόχο την εκτέλεση των απαιτούμενων έργων και παρεμβάσεων, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην ενίσχυση της πρόληψης σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με τη δημιουργία Επιτροπής Αξιολόγησης και Ελέγχου έργων πρόληψης.
Στο επίπεδο αυτό, έκανε λόγο για τη δυνατότητα επικουρικής αδειοδότησης από τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας για μικρούς νησιωτικούς και ορεινούς Δήμους εντός συγκεκριμένης προθεσμίας εντός 90 ημερών.
Προβλέπεται επίσης έλεγχος υλοποίησης και μηχανισμός λογοδοσίας.
Επιπλέον, προβλέπεται δυνατότητα υποστηρικτικής ανάθεσης καθηκόντων ωρίμανσης, υλοποίησης και διαχείρισης δράσεων πολιτικής προστασίας στο Τ.Ε.Ε., διασφαλίζοντας ότι ο σχεδιασμός, οι τεχνικές προδιαγραφές και οι επιχειρησιακές κατευθύνσεις μπορούν να μεταφραστούν σε ώριμες και υλοποιήσιμες παρεμβάσεις, ιδίως σε επίπεδο Περιφερειών και Δήμων.
Απαντώντας σε χρόνιες δυσλειτουργίες, ο Υπουργός ανέφερε ότι, «δεν θα μένουν πίσω οι δήμοι που δεν διαθέτουν επαρκείς τεχνικές υπηρεσίες».
Όπως εξήγησε, διαχωρίζεται σαφώς ο ρόλος τους από την εκτελεστική αρμοδιότητα Περιφερειαρχών και Δημάρχων, νομοτεχνικές που προέκυψαν μετά από συζήτηση με τα υπηρεσιακά στελέχη των Περιφερειών, ώστε να μην συγχέεται ο ρόλος τους με την εκτελεστική αρμοδιότητα των αιρετών, ενισχύοντας τη θεσμική θωράκιση των αποφάσεων.
Κλείνοντας, ο Υπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας επανέλαβε ότι «καμία νομοθετική πρωτοβουλία δεν μηδενίζει τον κίνδυνο», αλλά το παρόν σχέδιο νόμου οργανώνει με πιο υπεύθυνο και θεσμικά ώριμο τρόπο την αντιμετώπισή του, αποτελώντας – όπως τόνισε – «μια διαρκή επιλογή ευθύνης απέναντι στους πολίτες και στο μέλλον τους».