Ο Αύγουστος στην Ελλάδα δεν ήταν ποτέ απλώς ένας μήνας.

Ήταν μια ολόκληρη εποχή μέσα στην εποχή. Η καρδιά του καλοκαιριού. Ο μήνας που όλα έμοιαζαν να κινούνται πιο αργά, σαν να είχε συμφωνήσει ο χρόνος να κάνει κι αυτός διακοπές.  Κάποτε ο Αύγουστος είχε μια απλότητα σχεδόν αυτονόητη. Ήταν το χωριό, το πατρικό σπίτι, η αυλή που γέμιζε ξανά φωνές, τα παράθυρα ανοιχτά μέχρι αργά και τα τραπέζια που στήνονταν έξω. Ήταν το καρπούζι στο ψυγείο, οι μεσημεριανές σιέστες, τα τζιτζίκια που δεν σταματούσαν ποτέ και η θάλασσα που ήταν πάντα εκεί, χωρίς να χρειάζεται να την ανακαλύψουμε μέσα από κάποια λίστα με «κρυφούς» προορισμούς.

Οι διακοπές δεν είχαν τότε τόσο μεγάλη ανάγκη από πρόγραμμα. Μια βουτιά το πρωί, ένα μεσημέρι στη σκιά, ένας καφές στο καφενείο και το βράδυ μια βόλτα στην πλατεία ήταν αρκετά για να γεμίσει μια ολόκληρη μέρα.  Και ύστερα ερχόταν ο Δεκαπενταύγουστος.  Οι εκκλησίες, τα πανηγύρια, τα χωριά που ξυπνούσαν από τη μουσική, τα τραπέζια που ένωναν συγγενείς και αγνώστους.

Ο Αύγουστος είχε μέσα του αυτή την παράξενη συνύπαρξη του θρησκευτικού και του κοσμικού, της κατάνυξης και της γιορτής. Μια Ελλάδα που ήξερε να προσεύχεται το πρωί και να χορεύει το βράδυ.  Ίσως γι’ αυτό και το ελληνικό καλοκαίρι υπήρξε πάντα κάτι περισσότερο από διακοπές.

Ήταν ένας τρόπος να ξαναβρίσκουμε τον εαυτό μας.  Ο Ελύτης το έκανε ποίηση. Το ελληνικό φως, το Αιγαίο, ο ήλιος, οι μικρές λευκές πολιτείες και η αίσθηση μιας ελευθερίας που δεν χρειάζεται εξηγήσεις. Στον κόσμο του, η Ελλάδα δεν είναι απλώς ένας τόπος αλλά μια κατάσταση φωτός.

Και κάπου εκεί βρίσκεται ίσως η ουσία του Αυγούστου.  Στην αίσθηση ότι δεν χρειάζεται να συμβεί κάτι σπουδαίο για να είναι μια μέρα όμορφη.  Μόνο που ο Αύγουστος του σήμερα είναι κάπως διαφορετικός. Έγινε πιο γρήγορος, όπως και όλα γύρω μας. Οι διακοπές απέκτησαν πρόγραμμα, οι προορισμοί απέκτησαν «must», οι παραλίες απέκτησαν κρατήσεις και η ξεκούραση απέκτησε, σχεδόν, το δικό της πρόγραμμα.  Κι όμως, κάτω από όλα αυτά, ο παλιός Αύγουστος επιμένει.
Κρύβεται σε ένα πανηγύρι που δεν έχει ανάγκη από σκηνικά, σε μια ταβέρνα όπου τα τραπέζια ενώνονται και σε ένα παιδί που τρέχει ξυπόλυτο στην πλατεία. Σε μια γιαγιά που κάθεται έξω μέχρι αργά. σε μια παρέα που ξεκίνησε για έναν καφέ και κατέληξε να γυρίζει σπίτι όταν έχει ήδη ξημερώσει.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη πολυτέλεια του ελληνικού καλοκαιριού.  η απουσία δηλαδή της ανάγκης.  Να μην χρειάζεται να αγοράσεις μια εμπειρία για να τη ζήσεις. Να μη χρειάζεται να τη φωτογραφίσεις για να τη θυμάσαι. Να μην έχει σημασία αν πήγες στο πιο διάσημο νησί, αλλά αν εκείνο το βράδυ ένιωσες πραγματικά πως δεν ήθελες να τελειώσει.

Ο Αύγουστος, άλλωστε, ήταν πάντα λίγο μελαγχολικός. Γιατί μέσα στη ζέστη του κουβαλά την επίγνωση πως κάποια στιγμή θα τελειώσει. Οι μέρες μικραίνουν ανεπαίσθητα, τα βράδια δροσίζουν λίγο περισσότερο και κάπου στο βάθος αρχίζει να ακούγεται η επιστροφή.  Ίσως γι’ αυτό τον αγαπάμε τόσο.  Γιατί ο Αύγουστος είναι η τελευταία μεγάλη ανάσα πριν επιστρέψει η καθημερινότητα.  Και όσο αλλάζει η Ελλάδα, όσο οι τόποι μας μεγαλώνουν, όσο το καλοκαίρι γίνεται πιο κοσμοπολίτικο και λιγότερο αυθόρμητο, αξίζει να θυμόμαστε τι ήταν αυτό που έκανε κάποτε τις διακοπές μας ξεχωριστές.  Δεν ήταν η πολυτέλεια.  Ήταν η απλότητα.  Ένα τραπέζι μια θάλασσα ένα πανηγύρι μια αυλή μια παρέα ένα βράδυ που δεν τελείωνε.  Αυτός είναι ο ελληνικός Αύγουστος που κουβαλάμε μέσα μας.  Και ίσως, όσο υπάρχει ακόμη ένα χωριό που τραγουδά μέχρι το πρωί, ένα καφενείο στη σκιά και μια θάλασσα που αστράφτει κάτω από τον ήλιο, να μην έχει χαθεί τίποτα.

Ίσως απλώς να χρειάζεται να θυμηθούμε πού να τον ψάξουμε.

*Ο Χρήστος Σούλης είναι Οικονομολόγος, Πολιτευτής της Βόρειας Αθήνας και Γραμματέας Περιβάλλοντος & Κλιματικής Αλλαγής της Νέας Δημοκρατίας